ΠΡΟΦΙΛ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ  | ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ |  ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ - ISO |  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ  |  LINKS |  ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

 
 
Βιβλιοθήκη
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
ΠΥΡΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ
ΔΟΧΕΙΩΝ
ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΡΑ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
ΔΟΚΙΜΕΣ ΚΑΤΑΣΒΕΣΤΙΚΗΣ
ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΡΩΝ
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΡΑΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΠΥΡΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΥΡΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΤΙΡΙΩΝ
ΑΥΤΟΜΑΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑΣΒΕΣΗΣ
ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΥΡΑΝΙΧΝΕΥΣΗΣ

 

Το ξύλο


Τα ξύλα ειδικού βάρους μικρότερου από 400 kg/m3 (π.χ. έλατο, πεύκο) κατατάσσονται στα "κανονικά αναφλέξιμα υλικά" (κατηγορία Β2), όταν το πάχος τους υπερβαίνει τα 2 mm. Τα ξύλα μεγαλύτερου ειδικού βάρους (δρυς, καστανιά) είναι λιγότερο εύφλεκτα και επομένως μπορούν να υπαχθούν ακόμη και στην κατηγορία των δύσκολα αναφλέξιμων υλικών (Β^ εάν υποστούν εμποτισμό με κατάλληλα χημικά διαλύματα, σε ειδικούς λέβητες υπό πίεση.
Γενικά το ξύλο δεν είναι τόσο επικίνδυνο  υλικό όσο πιστεύεται. Όταν καίγεται, δημιουργείται ένα επιφανειακό απανθρακωμένο στρώμα, μικρής αγωγιμότητας, που καθυστερεί την πυρόλυση του υποκειμένου υλικού. Η απανθράκωση αυτή προχωρεί με ρυθμό 0,6 έως 0,7 mm/min. To καιόμενο ξύλο παράγει μεγάλες ποσότητες καπνού, που η πυκνότητα του εξαρτάται από το ρυθμό καύσης, τη θερμοκρασία και την ποσότητα του προσαγόμενου αέρα.
Βελτίωση της συμπεριφοράς του ξύλου*, τουλάχιστον κατά την αρχική φάση

 *(Η προσπάθεια βελτιώσεως της πυραντοχής του ξύλου είναι πολύ παλιά. Οι αρχαίοι Έλληνες  προσπαθούσαν να κάνουν το ξύλο περισσότερο ανθεκτικό στη φωτιά βυθίζοντας το σε θαλασσινό νερό. Για τον ίδιο λόγο οι αρχαίοι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν διάλυμα στυπτηρίας, καθώς και διάφορες ειδικές μεθόδους εμποτισμού, ενώ οι Ρωμαίοι είχαν παρασκευάσει μια ουσία από μίγμα αργίλου, άσβεστου και πηλού, για να επικαλύπτουν μ' αυτό τις ξύλινες επιφάνειες. Αναφέρεται επίσης ότι το 83 π.χ. ο Ρωμαίος Κλαύδιος στη πολιορκία του Πειραιά, χρησιμοποίησε διάλυμα στύψης για να προστατεύσει τους ξύλινους πύργους του από την πυρπόληση.)

της πυρκαγιάς, μπορεί να γίνει και με επιφανειακές επεξεργασίες (κατάλληλα χρώματα ή εμποτισμό). Με την επεξεργασία αυτή, που αφορά την ελάττωση της ταχύτητας ανάπτυξης της καύσης, σε μικρές πυρκαγιές, μπορεί να δοθεί πολύτιμος χρόνος για την καταπολέμηση τους.
Επειδή όμως τα ξύλα τελικά καίγονται, η πιθανή αντιπυρική επεξεργασία τους δεν συνεπάγεται ελάττωση του θερμικού φορτίου του χώρου.
Τα ξύλα που χρησιμοποιούνται στις δομικές κατασκευές μπορούν να υποστούν προληπτική  επεξεργασία, που αυξάνει σημαντικά την πυραντοχή τους. Οι περισσότερο διαδεδομένοι τρόποι επεξεργασίας ξύλου με στόχο τη βελτίωση της συμπεριφοράς του σε περίπτωση πυρκαγιάς είναι:


• Εμποτισμός με αντιπυρικές ουσίες
Για τη βελτίωση  των αντιπυρικών ιδιοτήτων του ξύλου χρησιμοποιούνται διάφορες χημικές ουσίες, συνήθως υδατοδιαλυτά άλατα με βάση τη θειική αμμωνία (ΝΗ4)2
SΟ4 και διάφοροι φωσφορικοί ανάμικτες, μαζί με κάποιο αντιοξειδωτικό παράγοντα, διάφορα συντηρητικά του ξύλου, καθώς και άλλες αντιπυρικές ουσίες, όπως Βορικό οξύ ή χλωριούχος ψευδάργυρος (ZnC12). Τα άλατα αυτά εφαρμόζονται με πίεση, γιατί με μεθόδους εφαρμογής χωρίς πίεση (με επάλειψη, ψεκασμό, εμβάπτιση, κλπ.) δεν επιτυγχάνεται ικανοποιητικός βαθμός εμποτισμού.


** Κατά το DIN 4102 για την πυροπροστασία του ξύλου χρησιμοποιούνται υδατοδιαλυτά προστατευτικά μέσα που σχηματίζουν ένα στρώμα αφρού και χρησιμοποιούνται με επίχριση ή εκτόξευση και τα οποία σχηματίζουν επικαλυπτικά στρώματα από μια λεπτή μεμβράνη.
To DIN 68800 "Προστασία του ξύλου υπέργειων κτιρίων" περιέχει βασικές οδηγίες για τη λήψη των κατάλληλων δομικών και χημικών μέσων για τη συντήρηση του ξύλου στις υπέργειες κατασκευές.
Οι βιομηχανικές μέθοδοι πληρούν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις απαιτήσεις οι οποίες πρέπει να καθιστούν αποτελεσματικότερη και μεγάλης διάρκειας την προστασία του ξύλου, δηλ. μια σε βάθος διείσδυση και ομοιόμορφη κατανομή του προστατευτικού μέσου. Ειδικά όταν πρόκειται να σχηματισθεί ένα μονωτικό αντιπυρικό στρώμα προστασίας, τότε λόγω του διαφορετικού τρόπου ενέργειας γίνεται προσπάθεια σχηματισμού μιας επικαλυπτικής προστασίας της επιφάνειας του ξύλου. Το σκληρό ξύλο σε σύγκριση με το μαλακό παραλαμβάνει μικρότερη ποσότητα προστατευτικού μέσου και το βάθος δε που εισχωρεί αυτό είναι ελάχιστο. Στην περίπτωση δύσκολα εμποτιζομένων ειδών ξύλου \ερυθρελάτης και ψευδοτσούγκας), συμβαίνει αυτό ακριβώς.
Για ξυλεία οικοδομών που χρησιμοποιείται σε υπέργειες κατασκευές εφαρμόζονται κατά προτίμηση βιοτεχνικές μέθοδοι, ανάλογες προς το βαθμό κινδύνου προσβολής του ξύλου.


• Επικάλυψη με αντιπυρικές ουσίες
Στην κατηγορία αυτή υπάγονται διάφορα αντιπυρικά βερνίκια ή χρώματα, που επιστρώνονται στην επιφάνεια του ξύλου. Η εφαρμογή τους γίνεται με πινέλο, με ρολό με ψεκασμό. Οι επικαλυπτικές αντιπυρικές ουσίες, δεν πρέπει να συγχέονται με τα "διακοσμητικά" χρώματα ή βερνίκια. Τα αντιπυρικά βερνίκια ή χρώματα πρέπει να εφαρμόζονται σε ορισμένο πάχος διαστρώσεως, γιατί διαφορετικά δεν είναι επαρκής η αποτελεσματικότητα τους.
Στη κατηγορία των αντιπυρικών επικαλυπτικών ουσιών διακρίνονται δύο τύποι, ανάλογα με την ιδιότητα να διογκούνται ή όχι υπό την επίδραση φωτιάς.
1. Διογκούμενες αντιπυρικές ουσίες: Οι επιφάνειες του ξύλου που έχουν περαστεί με τις ουσίες αυτές, μόλις προσβληθούν από φλόγες, αρχικά μαλακώνουν και παράγουν διάφορα άφλεκτα αέρια. Τα αέρια αυτά παγιδεύονται στη μάζα του υλικού, δημιουργώντας φυσαλίδες και έτσι παράγεται αφρός. Το αφρώδες στρώμα που δημιουργείται με τον τρόπο αυτό, έχει πάχος περισσότερο από το 50πλάσιο του αρχικού πάχους διαστρώσεως. Στο στάδιο αυτό, το αφρώδες στρώμα στερεοποιείται σχηματίζοντας μια μονωτική ανθρακοειδή επιφάνεια, που προστατεύει την επιφάνεια του ξύλου από τη φωτιά. Τα διογκούμενα αντιπυρικά χρώματα και βερνίκια περιέχουν διάφορες πολύπλοκες χημικές ενώσεις. Περιέχουν όμως απαραίτητα ένα "παράγοντα διογκώσεως", που δημιουργεί τα αέρια, μία "πηγή άνθρακος", που σχηματίζει το μονωτικό στρώμα και επίσης έναν "αφυδατωτικό παράγοντα", που σταθεροποιεί το αφρώδες στρώμα. Τα συστατικά αυτά αναμειγνύονται με τις ρητίνες, τα πιγμένα και άλλα υλικά για τη δημιουργία του χρώματος ή του βερνικιού.
2. Μη διογκούμενες αντιπυρικές ουσίες: Τα πιο συνηθισμένα σκευάσματα της κατηγορίας αυτής περιέχουν ενώσεις, που θερμαινόμενες επιδρούν χημικά στη διαδικασία της καύσης. Έτσι μερικοί τύποι περιέχουν ενώσεις πυριτικής ή βορικής σύστασης, που λιώνουν με τη φωτιά και σχηματίζουν ένα προστατευτικό υαλώδες στρώμα. Άλλα σκευάσματα βασίζονται στην προστασία από ίνες αμιάντου, που περιέχονται στο χρώμα ή το βερνίκι. Γενικά πάντως, τα μη διογκούμενα αντιπυρικά βερνίκια ή χρώματα, έχουν μικρότερη αποτελεσματικότητα από τις διογκούμενες ουσίες.


• Λεπτές επιχρίσεις με κονίαμα
Μόνο κονία γύψου  (που έχει όξινη αντίδραση) μπορεί να εφαρμοσθεί σε ξυλώδους σύστασης υλικά. Ο ασβέστης και το τσιμέντο, με την αλκαλική αντίδραση, προκαλούν διόγκωση των κυττάρων του ξύλου, που με την ξήρανση συστέλλεται και τινάζει το κονίαμα. Μικρές ποσότητες γαλακτωμάτων πολυβινυλίου ενισχύουν το γύψο, που μπορεί να αναμιχθεί έτσι με ίσο όγκο λεπτής άμμου (μαρμαρόσκονης).
Το κονίαμα αυτό εφαρμόζεται σε στρώση τουλάχιστον 3 mm, είτε με μυστρί κατσαβίδι, είτε με κατάλληλη συσκευή ψεκασμού.
Ο τρόπος αυτός μπορεί να εφαρμόζεται και σε βιομηχανικές γυψοσανίδες με επιφάνεια χαρτονιού.


• Ειδικής σύνθεσης ξυλόμαζα
Χρησιμοποιούνται πολλά "πρόσθετα", συνήθως με φωσφορική αμμωνία, και άλλα, που καλύπτονται από ευρεσιτεχνίες. Εισάγονται στη ζύμη της ξυλόμαζας, κατά τη βιομηχανική κατασκευή των πλακών και καθυστερούν την ανάφλεξη. Ετσι οι πλάκες μπορούν να κατατάσσονται στην κατηγορία των δύσκολα αναφλέξιμων υλικών, ύστερα από δοκιμασία που προβλέπουν τα πρότυπα και να χρησιμοποιούνται σε διαχωριστικά τοιχώματα κτιρίων συνήθους χρήσεως.
Οι εμποτισμένες αντιπυρικές ουσίες παρουσιάζουν  τα ακόλουθα πλεονεκτήματα, σε σχέση με τις επικαλυπτικές:
(1) Σε συνθήκες βιομηχανικής εφαρμογής είναι δυνατός πληρέστερος έλεγχος (ρύθμισης) της διαδικασίας εμποτισμού.
(2) Έχουν μεγαλύτερη και σταθερότερη πρόσφυση στο ξύλο καθώς και μεγαλύτερη διάρκεια.
(3) Τόσο τα διάφορα εμποτιστικά άλατα όσο και ο συνήθης διαλύτης τους, δηλαδή το νερό, είναι πολύ φθηνότερα από τα συνήθη χρησιμοποιούμενα επικαλυπτικά αντιπυρικά.
(4) Είναι δυνατόν να συμπεριλαμβάνονται στα εμποτιστικά αντιπυρικά άλατα και ειδικά μυκητοκτόνα και εντομοκτόνα για τη ταυτόχρονη προστασία του ξύλου από τους βιολογικούς του εχθρούς.
Τα μειονεκτήματα που παρουσιάζουν οι εμποτιστικές αντιπυρικές ουσίες είναι:
(1) Για την εφαρμογή των ουσιών αυτών απαιτούνται ειδικές εγκαταστάσεις και έτσι το κόστος του εμποτισμού είναι σχετικά υψηλό. Οι ειδικές αυτές εγκαταστάσεις έχουν επίσης το μειονέκτημα των διαστάσεων των ξύλων που πρόκειται να εμποτιστούν.
(2) Εάν τα εμποτιστικά εναποτεθούν βαθειά στο ξύλο, τότε δεν μπορούν να έχουν μεγάλη αποτελεσματικότητα στην αποτροπή της διαδόσεως της φωτιάς. Έτσι κατά κάποιο τρόπο υπάρχει σπατάλη υλικών.
(3) Επειδή η πλειονότητα των εμποτιστικών ουσιών είναι υδατοδιαλυτές, οι διαδοχικές απορροφήσεις και έξοδοι υγρασίας μπορούν να προκαλέσουν έκπλυση και κρυστάλλωση των αλάτων στην επιφάνεια.

(4) Η επιφανειακή κρυστάλλωση αύξηση της οξύτητας ή της αλκαλικότηταςπου προέρχεται από τις εμποτιστικές ουσίες και η αύξηση της οξειδώσεως των μεταλλικών συνδέσμων δημιουργούν προβλήματα, ιδίως όταν το εμποτισμένο ξύλο πρόκειται να βαφεί ή να συγκολληθεί.
(5) Επειδή οι περισσότερες ουσίες που χρησιμοποιούνται περιέχουν ισχυρά οξέα ή ισχυρές βάσεις, όταν θερμανθούν και επειδή η κυτταρίνη προσβάλλεται και από τα δύο, παρουσιάζουν Κάποια αλλοίωση της κυτταρικής δομής κατά την ξήρανση του ξύλου. Η αλλοίωση αυτή εκδηλώνεται σαν μείωση της μηχανικής αντοχής του ξύλου. Το μέγεθος της απώλειας αυτής εξαρτάται από τις συνθήκες ξήρανσης.
Τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα που παρουσιάζουν οι επικαλυπτικές αντιπυρικές ουσίες, σε σχέση με τις εμποτιστικές, είναι τα ακόλουθα:
(1) Η επιφανειακή διάστρωση των ουσιών αυτών έχει σημαντική αρνητική επίδραση στην εξάπλωση της φωτιάς.
(2) Είναι οικονομικότερες, μια και η εφαρμογή τους μπορεί να γίνει, χωρίς τη μετακίνηση της ξυλείας στις εγκαταστάσεις εμποτισμού.
Οι επικαλυπτικές ουσίες παρουσιάζουν όμως και τα ακόλουθα μειονεκτήματα:
(1) Λόγω του τρόπου εφαρμογής τους, είναι δύσκολος ο έλεγχος του επιθυμητού πάχους διαστρώσεως, με αποτέλεσμα τον κίνδυνο ανεπαρκούς προστασίας κάποιου τμήματος της ξυλείας.
(2) Οποιαδήποτε φθορά ή αλλοίωση της αντιπυρικής διαστρώσεως από μηχανικές φθορές, υγρασία ή άλλες αιτίες, μπορεί να είναι μοιραία για το ξύλο, μια και δεν υπάρχει προστασία του ξύλου σε βάθος.
(3) Συνήθως είναι ευπαθή στην υγρασία. Για την αντιμετώπιση του μειονεκτήματος αυτού μερικές φορές χρησιμοποιείται χλωριωμένο καουτσούκ, σαν φορέας των αντιπυρικών χρωμάτων ή βερνικιών.
 

 

 
© 2004 Fire Security |  Privacy Policy  | IΩΝΙΑΣ & ΝΙΚΑΣ ΧΑΜΟΜΗΛΟΣ ΑΧΑΡΝΑΙ Τ.Κ. 13671 2461971-2401083-2464823