ΘΕΜΑ 16     
  ''ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ''  

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄

ΑΝΤΙΠΕΤΩΠΙΣΙΙΣ ΠΥΡΚΑΙΩΝ

ΠΡΟΛΗΨΙΣ

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*43

Απαγορεύσεις

     1. Απαγορεύεται:

     

α) Να ανάπτεται ή να διατηρήται πυρ προς οιονδήποτε σκοπόν εν υπαίθρω και εντός δασών ή δασικών εκτάσεων ή πλησίον αυτών και μέχρις αποστάσεως τριακοσίων μέτρων.

     Εξαιρετικώς επιτρέπεται η αφή πυράς από μεν 1ης Μαίου μέχρι 31ης Οκτωβρίου εκάστου έτους κατόπιν αδείας της δασικής αρχής ή επί παρουσία οργάνου αυτής, κατά δε το υπόλοιπον χρονικόν διάστημα συμφώνως προς τους υπό των δασικών κανονισμών προβλεπομένους όρους.

     β) Να ανάπτεται ή να διατηρήται πυρ προς οιονδήποτε σκοπόν εντός οικιών, ξενοδοχείων, εργαστηρίων, καλυβών, ποιμνιοστασίων, σκηνών, αυλών και άλλων ενδιαιτημάτων ή περιφραγμένων ακαλύπτων χώρων ευρισκομένων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων ή εις τριακοσίων μέτρων απόστασιν από των ορίων αυτών, χωρίς να λαμβάνωνται τα παρά των δασικών κανονισμών προβλεπόμενα μέτρα.

     γ) Να τοποθετούνται, φυλάσσωνται ή εγκαταλείπωνται εύλεκτοι ύλαι ή άχρηστα είδη ή απορρίματα εντός των δασών ή δασικών εκτάσεων και μέχρις αποστάσεως τριακοσίων μέτρων, πλην των προς τούτο ωρισμένων υπό της δασικής αρχής ή κατόπιν αδείας ταύτης χώρων, τηρουμένων πάντοτε διά την φύλαξιν ή την καύσιν τούτων των υπό των δασικών κανονισμών ή άλλων ειδικών διατάξεων επιβαλλομένων μέτρων ασφαλείας κατά της πυρκαϊάς. Απαγορεύεται ιδία η υπό των δήμων και κοινοτήτων δημιουργία χώρων απορρίψεως και καύσεως απορριμάτων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων και μέχρις αποστάσεως πεντακοσίων μέτρων από αυτών, εκτός αν διαπιστούται απόλυτος αδυναμία εξευρέσεως άλλου χώρου και πάντοτε κατόπιν αδείας του οικείου νομάρχου, εκδιδομένης μετά πρότασιν της δασικής υπηρεσίας και καθοριζούσης τον τόπον και τους όρους απορρίψεως και καύσεως των απορριμάτων, ως και πάντα τα αναγκαία μέτρα διά την αποτροπήν μεταδόσεως του πυρός.

     δ) Η εντός δασών ή δασικών εκτάσεων ή μέχρις αποστάσεως εκατόν μέτρων από τούτων καύσις ανθρακοκαμίνων, ως και η εγκατάστασις άλλου εργαστηρίου ή τεχνικού συγκροτήματος λειτουργούντος διά καυσίμου ύλης, άνευ αδείας του δασάρχου και συμφώνως προς τους όρους ταύτης.

     ε) Η εντός δασών και δασικών εκτάσεων θήρα δι'όπλων εχόντων βύσμα εξ ύλης, εκ της οποίας δύναται να μεταδοθή το πυρ.

     στ) Η εντός δασών και δασικών εκτάσεων απόρριψις ανημμένων σιγαρέττων εκ μέρους πεζών ή εποχουμένων αμαξών, αυτοκινήτων και σιδηροδρομικών συρμών.

     ζ) Το κάπνισμα των εντός κορμών δένδρων μελισσών, ειμή κατά τα υπό των δασικών κανονισμών προβλεπόμενα.

     2. Επίσης απαγορεύεται η από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Οκτωβρίου εκάστου έτους καύσις αγρών ή αγροτικών εκτάσεων ή χορτολιβαδικών εδαφών, εφ'όσον ευρίσκονται εντός δασών ή δασικών εκτάσεων ή πλησίον αυτών ή δενδροστοιχιών και μέχρις αποστάσεως τριακοσίων μέτρων, άνευ αδείας του οικείου δασάρχου καθοριζούσης τον χρόνον και τας προϋποθέσεις πραγματοποιήσεως ταύτης και άνευ της τηρήσεως των εκ της ως άνω γειτνιάσεως και των κρατουσών καιρικών συνθηκών επιβαλλομένων μέτρων ασφαλείας, κατά τα ειδικώτερον υπό των δασικών κανονισμών προβλεπόμενα.

     3. Οι παραβάται των ανωτέρω απαγορεύσεων πλην της ποινικής διώξεως εις ην υπόκεινται κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, ευθύνονται αστικώς εις αποζημίωσιν κατά τας περί αδικοπραξιών διατάξεις.

Πηγές: ’ρθρο 23 Ν.998/1979

     4. Επίσης απαγορεύεται:

     

α) Η απόρριψη αναμμένων σιγαρέττων εντός δασών, δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων.

     β) Η απόρριψη αναμμένων σιγαρέττων εκ των σιδηροδρομικών αμαξών και αυτοκινήτων εν γένει οχημάτων.

           Οι παραβάτες των διατάξεων της & αυτής τιμωρούνται κατά τη διάταξη του άρθρου 69 & 1 του παρόντος νόμου ευθυνόμενοι σε περίπτωση πυρκαγιάς και αστικά σε αποζημίωση κατά τη διάταξη της προηγουμένης παραγράφου.

Πηγές: ’ρθρο 38 &13 Ν.1845/1989 που πρόσθεσε την ανωτέρω & στο άρθρο 23 του Ν.998/79

 
’ ρ θ ρ ο ν  16*43α
 Πυροσβεστικός Κανονισμός-Απαγορεύσεις

1. Εκτάσεις στις οποίες, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού είναι:

α) Τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, όπως αυτές ορίζονται και περιγράφονται στις παράγρ. 1,2,3,4 και 5 του άρθρου 3 του Ν.998/1979.

β) Οι χορτολιβαδικές εκτάσεις, καθώς και οι βραχώδεις καιπετρώδεις εκτάσεις, που βρίσκονται σε πεδινά εδάφη, σε ανώμαλα εδάφη και σε λόφους, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 3 του Ν.998/1979 και

γ) Οι αγροτικές εκτάσεις, όπως αυτές περιγράφονται στο άρθρο 2 του Ν.Δ. 3030/1954.

2. Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού δεν έχουν εφαρμογή στις παρακάτω περιοχές:

α.- Στις περιοχές που υπάρχουν εγκεκριμένα σχέδια πόλεως ή καταλαμβάνονται από οικισμούς, που προϋπήρχαν του έτους 1923 ή πρόκειται περί οικοδομήσιμων εκτάσεων των οικιστικών περιοχών.

β.-Στις αλυκές

γ.- Στους αρχαιολογικούς χώρους και

δ.-Στα λατομεία και ορυχεία

Πηγές: Πυροσβεστική διάταξη 9, άρθρο 1 (Φ.Ε.Κ. 1459/30-11-2000/Τ.Β.)

3. Στις περιοχές της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου απαγορεύεται, με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων των επόμενων άρθρων:

1. Να ανάβεται και να διατηρείται για οποιοδήποτε σκοπό φωτιά στην ύπαιθρο.

2. Να ανάβεται και να διατηρείται για οποιοδήποτε σκοπό φωτιά εντός κατοικιών, ξενοδοχείων, εργαστηρίων, καλυβιών, ποιμνιοστασίων, σκηνών, αυλών ή περιφραγμένων ακάλυπτων χώρων, που βρίσκονται εντός δασών και δασικών εκτάσεων και μέχρις απόσταση 300 μέτρων.

3. Να τοποθετούνται, φυλάσσονται ή εγκαταλείπονται εύφλεκτες ύλες ή άχρηστα είδη ή απορρίμματα εντός των δασών ή δασικών εκτάσεων και μέχρις αποστάσεως 300 μέτρων από αυτές.

4. Η δημιουργία χώρων απόρριψης και η καύση απορριμμάτων εντός των δασών ή δασικών εκτάσεων και μέχρις αποστάσεως 500 μέτρων από αυτές.

5. Η εντός δασών και δασικών εκτάσεων και μέχρις αποστάσεως 100 μέτρων από αυτές καύση ανθρακοκαμίνων, όπως και η εγκατάσταση εργαστηρίου ή τεχνικού συγκροτήματος που λειτουργεί με καύσιμη ύλη.

6. Η εντός δασών και δασικών εκτάσεων θήρα με όπλα, που έχουν βύσμα από ύλη, από την οποία μπορεί να μεταδοθεί φωτιά.

7. Το κάπνισμα μελισσών.

8. Η καύση αγρών ή αγροτικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων.

9. Η απόρριψη αναμμένων τσιγάρων - σπίρτων και άλλων υλών.

Πηγές: Πυροσβεστική διάταξη 9, άρθρο 2 (Φ.Ε.Κ. 1459/30-11-2000/Τ.Β.)
 
’ ρ θ ρ ο ν   16*43β
Πυροσβεστική διάταξη-Ειδικές ρυθμίσεις - διατάξεις

1. Οι Διοικητές των Περιφερειακών Διοικήσεων Πυροσβεστικών Υπηρεσιών, εκδίδουν μέχρι τέλους Μαρτίου κάθε έτους, ύστερα από έγγραφη εισήγηση των αρμοδίων κατά τόπον Πυροσβεστικών Υπηρεσιών, διατάξεις, οι οποίες εγκρίνονται από το Γενικό Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας και ρυθμίζουντα χρονικά όρια για τη χρήση πυρός στις περιοχές που έχει εφαρμογή ο παρών κανονισμός.

2. Κατ' εξαίρεση των οριζομένων στο προηγούμενο άρθρο επιτρέπονται ενέργειες και εργασίες που απαιτούν τη χρήση φωτιάς στην ύπαιθρο μόνο κάτω από τους όρους και τις προϋποθέσεις που περιγράφονται στα άρθρα 4 έως και 11 τηε πυροσβ. διάταξης. ή 16*43γ ή 16*43ι του παρόντος. 

Πηγές: Πυροσβεστική διάταξη 9, άρθρο 3 (Φ.Ε.Κ. 1459/30-11-2000/Τ.Β.)
 

’ ρ θ ρ ο ν  16*43γ

Δραστηριότητες χωρίς άδεια της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας

1. Επιτρέπεται από 1ης Νοεμβρίου μέχρι και 30 Απριλίου του επομένου έτους, το άναμμα φωτιάς στην ύπαιθρο χωρίς την έκδοση άδειας από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, για την εκτέλεση γεωργικών ή άλλων εργασιών περιορισμένης έκτασης, για τις οποίες δεν προκύπτουν για το παραπάνω χρονικό διάστημα διαφορετικά μέτρα από την παρούσα ή άλλη διάταξη, εφόσον ληφθούν από τον ενεργούντα την καύση όλα τα απαραίτητα κατά περίπτωση μέτρα για την αποφυγή εκδήλωσης πυρκαγιάς.

2. Επιτρέπεται από 1η Νοεμβρίου μέχρι 30 Απριλίου του επομένου έτους, το άναμμα και η διατήρηση φωτιάς για λόγους εστίασης ή κατασκήνωσης στην ύπαιθρο εντός δασών και δασικών εκτάσεων, εφόσον λαμβάνονται τα παρακάτω μέτρα:

α.- Γίνεται πλήρης αφαίρεση της παρεδάφιας βλάστησης σε ακτίνα 2 τουλάχιστον μέτρων από την εστία.

β.- Τηρείται η ελάχιστη απόσταση της εστίας από παρακείμενη δενδρώδη ή θαμνώδη βλάστηση που είναι τουλάχιστον 10 μέτρα και εξασφαλίζεται με τοποθέτηση περιμετρικά της εστίας της φωτιάς κατάλληλου μεγέθους λίθων.

γ.- Υπάρχει ικανή ποσότητα νερού για την αντιμετώπιση της φωτιάς, σε περίπτωση που αυτή ξεφύγει από τον έλεγχο.

δ.- Σε περίπτωση απομάκρυνσης των ατόμων που άναψαν φωτιά, υποχρεούνται στην πλήρη κατάσβεση της ή στο σκέπασμα της με ποσότητα χώματος.

3. Επιτρέπεται για το χρονικό διάστημα από 1ης Μαρτίου μέχρι και 31 Οκτωβρίου κάθε έτους, το άναμμα φωτιάς για λόγους εστίασης μόνον εντός οργανωμένων για το σκοπό αυτό χώρων, όπως κάμπινγκ και εφόσον λαμβάνονται τα μέτρα της προηγούμενης παραγράφου.

4. Κατ' εξαίρεση των απαγορεύσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του παρόντος κανονισμού επιτρέπεται το άναμμα φωτιάς καθ' όλη τη διάρκεια του έτους στα οικοδομήματα και τους χώρους που περιγράφονται σε αυτό, εφόσον λαμβάνονται από τους ιδιοκτήτες ή εκμεταλλευτές τα παρακάτω μέτρα:

α.- Τοποθετείται στους καπνοδόχους κατάλληλη συσκευή για την πρόληψη της εκτίναξης σπινθήρων.

β.- Καθαρίζονται οι καπνοδόχοι από την αιθάλη.

γ.- Σβήνεται η φωτιά μετά το τέλος της χρήσης.

δ.- Υπάρχει παροχή ή ικανή ποσότητα νερού ή άλλων φορητών μέσων για την αποτελεσματική καταστολή της, εάν αυτό απαιτηθεί.

ε.- Καθαρίζεται ο χώρος από την παρεδάφια βλάστηση, σε ικανή απόσταση από την εστία της φωτιάς.

Πηγές: Πυροσβεστική διάταξη 9, άρθρο 4 (Φ.Ε.Κ. 1459/30-11-2000/Τ.Β.)
 

’ ρ θ ρ ο ν  16*43δ

Καύση σιτοκαλαμιάς και άλλων γεωργικών υπολειμμάτων

1. Για τους μήνες Μάιο μέχρι και Οκτώβριο κάθε έτους, επιτρέπεται, ύστερα από άδεια, ατομική ή ομαδική, που εκδίδεται από την αρμόδια Πυροσβεστική Υπηρεσία, η καύση αγροτικών εκτάσεων κατά τις πρωινές ώρες και μέχρι τη 12η μεσημβρινή, όταν ο δείκτης επικινδυνότητας, που εκδίδεται, σύμφωνα με την παράγρ. 6 του άρθρου 3 της ΚΥΑ 12030 Φ. 109.1/1999 από το Πυροσβεστικό Σώμα, είναι για την περιοχή καύσης 1 (χαμηλή) ή 2 (μέση) και εφόσον λαμβάνονται σωρρευτικά τα ακόλουθα μέτρα και υποχρεώσεις:

α.- Δημιουργηθεί ψιλή ζώνη με άροση ή προωθητήρα πλάτους τουλάχιστον 10 μέτρων γύρω από την υπό καύση περιοχή, όταν αυτή απέχει λιγότερο από 300 μέτρα

από δάση ή δασικές εκτάσεις και στις λοιπές περιπτώσεις ζώνη τουλάχιστον τριών (3) μέτρων.

β.- Τεμαχισθεί με άροση ή άλλο τρόπο η υπό καύση έκταση έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ο έλεγχος της όταν η περιοχή απέχει λιγότερο από 300 μέτρα από δάση ή δασικές εκτάσεις.

γ.- Διαβρέχεται η ζώνη προς την πλευρά του δάσους ή της δασικής έκτασης όταν αυτή απέχει λιγότερο από 300 μέτρα από την υπό καύση περιοχή και 50 μέτρα από δε-ντροστοιχία.

δ.- Εξασφαλίζεται η παρουσία φορητών μέσων για την αντιμετώπιση τυχόν επέκτασης της φωτιάς από απρόβλεπτα αίτια (υδροφόρων - γεωργικών ελκυστήρων - πτυο-σκάπανων κλπ) καθώς και οχήματος της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, όπου αυτό είναι δυνατό και μόνο σε περιπτώσεις ομαδικών καύσεων.

ε.- Ειδικά για τις περιοχές πρώτης επικινδυνότητας όπως αυτές προσδιορίζονται στο Π.Δ. 575/81 (Α'157), ο Διοικητής της οικείας Πυροσβεστικής Υπηρεσίας όταν κρίνει απαραίτητο, ζητά επιπλέον των ανωτέρω και βεβαίωση Γεωπόνου της οικείας Νομαρχίας, στην οποία αναφέρεται η αναγκαιότητα της καύσης.

στ.- Ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να ενημερώνεται από την αρμόδια Πυροσβεστική Υπηρεσία την προηγούμενη ημέρα της καύσης για τις αναμενόμενες καιρικές συνθήκες που θα επικρατούν.

2. Επιτρέπεται κατά το χρονικό διάστημα από 1η Νοεμβρίου μέχρι και 30 Απριλίου του επόμενου έτους, στις επικίνδυνες περιοχές, όπως αυτές ορίζονται με το Π.Δ. 575/81, η καύση αγροτικών εκτάσεων που βρίσκονται εντός δασικών εκτάσεων ή σε απόσταση μικρότερη από 300 μέτρα από αυτές και 50 μέτρα από δενδροστοιχίες, χωρίς άδεια της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, μόνον όταν λαμβάνονται όλα τα μέτρα της προηγούμενης παραγράφου, ενώ για τις λοιπές περιοχές της χώρας, μόνον όταν λαμβάνονται τα μέτρα της περίπτωσης (δ) της προηγούμενης παραγράφου.

Πηγές: Πυροσβεστική διάταξη 9, άρθρο 5 (Φ.Ε.Κ. 1459/30-11-2000/Τ.Β.)
 

’ ρ θ ρ ο ν  16*43ε

Τοποθέτηση - φύλαξη εύφλεκτων και άχρηστων ειδών

1. Απαγορεύεται η εγκατάλειψη εύφλεκτων υλών ή άχρηστων ειδών στην ύπαιθρο. Επιτρέπεται η τοποθέτηση - φύλαξη τους σε κατάλληλο χώρο η απόσταση του οποίου είναι 300 μέτρα από τις παρυφές δασών ή δασικών εκτάσεων και 50 μέτρα από δενδροστοιχίες με δενδρώδη και θαμνώδη βλάστηση.

2. Σε περίπτωση που δε μπορεί να ανεβρεθεί χώρος εκτός δάσους, όπως αυτός ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο, κατ' εξαίρεση μπορούν να αποθηκευθούν εύφλεκτα υλικά σε αποθηκευτικούς χώρους, που βρίσκονται εντός δασών και δασικών εκτάσεων ή πλησίον αυτών, κατόπιν αδείας του οικείου Δασάρχη και μόνον εφόσον τηρούνται τα μέτρα που έχουν υποδειχθεί από την αρμόδια Πυροσβεστική Υπηρεσία, εκδιδομένου στην περίπτωση αυτή σχετικού πιστοποιητικού πυρασφαλείας.

Πηγές: Πυροσβεστική διάταξη 9, άρθρο 6 (Φ.Ε.Κ. 1459/30-11-2000/Τ.Β.)
 

’ ρ θ ρ ο 16*43στ

Χώροι απορριμμάτων

1. Απαγορεύεται καθ'όλη τη διάρκεια του χρόνου η καύση απορριμμάτων ή άλλων αποβλήτων τόσο εντός των οργανωμένων χώρων απόθεσης τους όσο και στους υπάρχοντες χώρους ανεξέλεγκτης διάθεσης.

2. Για την αντιπυρική προστασία των Χώρων Υγειονομικής Ταφής των Απορριμμάτων (ΧΥΤΑ) λαμβάνονται τουλάχιστο τ' ακόλουθα μέτρα:

α.- Περιμετρική περίφραξη και κατασκευή αντιπυρικής ζώνης ελάχιστου πλάτους 8 μέτρων, εφόσον η μορφολογία του εδάφους το απαιτεί.

β.- Αποθήκες εδαφικού υλικού για τη χωματοκάλυψη εστιών πυρκαγιάς στα απορρίμματα.

γ.- Δεξαμενή πυρόσβεσης επαρκούς χωρητικότητας.

δ.- Πινακίδες αναγνωρίσιμες από απόσταση για την απαγόρευση του καπνίσματος.

ε.- Τοποθέτηση σε εύκολα προσβάσιμα σημεία των Χώρων Υγειονομικής Ταφής των απορριμμάτων φορητών πυροσβεστήρων.

στ.- Σε Χώρους Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων με δυναμικότητα άνω των πεντακοσίων (500) τόνων ημερησίως να παρευρίσκεται βυτιοφόρο όχημα, κατά την αντιπυρική περίοδο.

ζ.- Ύπαρξη σχεδίου αντιμετώπισης πυρκαγιών και εγχειρίδιο οδηγιών πρόληψης και αντιμετώπισης πυρκαγιάς, για το προσωπικό.

η.- Συγκρότηση ομάδας πυρασφαλείας κατάλληλα εκπαιδευμένης.

θ.- Εκτέλεση άσκησης πυρόσβεσης κάθε χρόνο.

ι.- Στους χώρους γραφείων των Χώρων Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (ΧΥΤΑ) η ύπαρξη αναρτημένων σε εμφανή ση μεία των τηλεφώνων των αρμοδίων Υπηρεσιών (Πυροσβεστική Υπηρεσία, Ο.Τ.Α, Δασαρχείο).

3. Για τους ΧΥΤΑ που γειτνιάζουν με δασικές εκτάσεις και σε απόσταση λιγότερη από 300 μέτρα πραγματοποιείται από την κατά τόπο αρμόδια Πυροσβεστική Υπηρεσία υπόδειξη για τη λήψη πρόσθετων μέτρων εάν αυτό απαιτείται.

4. Στους χώρους ανεξέλεγκτης διάθεσης αποβλήτων, που υφίστανται κατά τη δημοσίευση της παρούσας διάταξης, ενεργείται κάθε χρόνο πριν από την έναρξη της αντιπυρικής περιόδου, αυτοψία από τριμελή Επιτροπή, που συγκροτείται για κάθε Περιφέρεια τον Ιανουάριο κάθε έτους με απόφαση του αρμόδιου κατά τόπο Γενικού Γραμματέα και αποτελείται από έναν Αξιωματικό του Πυροσβεστικού Σώματος και της Ελληνικής Αστυνομίας και έναν υπάλληλο της Δασικής Υπηρεσίας. Για την αυτοψία συντάσσεται σχετική έκθεση που υποβάλλεται από την Επιτροπή στην αρμόδια Περιφέρεια, η οποία με έγγραφο της υποβάλλει αυτή για υλοποίηση στην αρμόδια Αρχή Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Τα προτεινόμενα από την Επιτροπή μέτρα πυρασφαλείας είναι τουλάχιστον τα εξής :

α.- ’νοιγμα λάκκου βάθους 2 μέτρων για την απόθεση των απορριμμάτων, εφόσον το επιτρέπουν οι συνθήκες του εδάφους.

β.- Περίφραξη με δικτυωτό συρματόπλεγμα ύψους 2,5 μέτρων τουλάχιστον ολόκληρου του χώρου απόρριψης.

γ,- Διάνοιξη αποψιλωμένης βλαστήσεως ζώνης πλάτους τουλάχιστον 50 μέτρων περιμετρικά της περίφραξης.

δ.-Υπαρξη επαρκούς αριθμού εργαλείων και ικανής ποσότητας ή παροχής νερού.

Ειδικά κατά τη διάρκεια της αντιπυρικής περιόδου οι Δήμοι και Κοινότητες μεριμνούν για 24ωρη φύλαξη των θέσεων απόρριψης από το προσωπικό τους.

Επίσης κατά τη διάρκεια των κρισίμων ημερών της αντιπυρικής περιόδου επιβάλλεται η παρουσία υδροφόρου οχήματος με μέριμνα του οικείου Δήμου ή Κοινότητας.

Πηγές: Πυροσβεστική διάταξη 9, άρθρο 7 (Φ.Ε.Κ. 1459/30-11-2000/Τ.Β.)
 

’ ρ θ ρ ο ν  16*43ζ

Μέτρα για τη λειτουργία ανθρακοκαμίνων ασβεστοκαμίνων και λοιπών εργαστηριακών συγκροτημάτων

1. Όπου από την ισχύουσα νομοθεσία πυρασφαλείας για τη λειτουργία παντός είδους εγκαταστάσεων και δραστηριοτήτων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων ή πλησίον αυτών, προβλέπεται η λήψη ειδικών προληπτικών και κατασταλτικών μέτρων πυροπροστασίας, αυτά εφαρμόζονται και επιπροσθέτως λαμβάνονται και τα κατά περίπτωση μέτρα που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

2. Η ελάχιστη απόσταση εγκατάστασης και λειτουργίας ανθρακοκαμίνων, ασβεστοκαμίνων και λοιπών εργαστηριακών συγκροτημάτων που λειτουργούν με καύσιμη ύλη είναι 100 μέτρα από τις παρυφές δασών και δασικών εκτάσεων.

3. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται η εγκατάσταση και λειτουργία σε αποστάσεις μικρότερες των 100 μέτρων ή εντός δασικών εκτάσεων ύστερα από άδεια του οικείου Δασάρχη, που αναφέρει ρητά το χρόνο λειτουργίας, και την ακριβή θέση της εγκατάστασης, εφόσον διαπιστώνεται αδυναμία εξεύρεσης χώρου εκτός του δάσους. Για τη λειτουργία της εγκατάστασης είναι απαραίτητη η έκδοση βεβαίωσης πυρασφαλείας από την οικεία Πυροσβεστική Υπηρεσία η οποία χορηγείται εφόσον τηρούνται τουλάχιστον οι παρακάτω όροι και προϋποθέσεις που υποδεικνύονται και ελέγχονται με αυτοψία εντεταλμένων οργάνων της:

α.- Αποψιλωμένη από βλάστηση ζώνη περιμετρικά της εγκατάστασης πλάτους 25 μέτρων.

β.- Ελάχιστη απόσταση της εγκατάστασης από την παρακείμενη θαμνώδη βλάστηση τουλάχιστον 50 μέτρα.

γ.- Τοποθέτηση κατάλληλης διάταξης για την αποφυγή της διασποράς σπινθήρων στις καπνοδόχους ή σωλήνες εξαγωγής καυσαερίων των εγκαταστάσεων.

δ.- Τοποθέτηση των κατάλληλων κατά περίπτωση φορητών πυροσβεστικών μέσων και εργαλείων που υποδεικνύονται από την Πυροσβεστική Υπηρεσία για την αντιμετώπιση πυρκαγιάς.

4. Στην περίπτωση που δεν πληρούνται οι όροι και προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, εκτός από τις προβλεπόμενες ποινικές ευθύνες, ανακαλείται από την εκδούσα Πυροσβεστική Υπηρεσία η βεβαίωση και παράλληλα κοινοποιείται η ανάκληση στην αρμόδια Δασική Υπηρεσία.

Πηγές: Πυροσβεστική διάταξη 9, άρθρο 8 (Φ.Ε.Κ. 1459/30-11-2000/Τ.Β.)
 

’ ρ θ ρ ο ν 16*43η

Κάπνισμα μελισσών

1. Το κάπνισμα κυψελών που είναι μέσα σε δάση και δασικές εκτάσεις και σε απόσταση μικρότερη των 300 μέτρων από τις παρυφές των δασών επιτρέπεται μόνον εφόσον :

α.- Γίνει αποψίλωση της βλάστησης του χώρου εγκατάστασης των κυψελών και σε απόσταση τουλάχιστον 5 μέτρων γύρω από τις κυψέλες.

β.- Η ελάχιστη απόσταση του χώρου εγκατάστασης των κυψελών από τα δένδρα και θάμνους είναι τουλάχιστον 10 μέτρων.

γ.- Στο χώρο των κυψελών διατηρείται ικανή ποσότητα νερού (τουλάχιστον 200 λίτρα νερού).

δ.- Στις κυψέλες και σε εμφανή σημείο αναγράφεται το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση και το τηλέφωνο του ιδιοκτήτη.

Ειδικά κατά την αντιπυρική περίοδο επιτρέπεται το κάπνισμα κυψελών μόνο μέχρι τη 12η μεσημβρινή και εφόσον ο δείκτης επικινδυνότητας της περιοχής είναι 1 (μικρή) ή 2 (μέση).

Πηγές: Πυροσβεστική διάταξη 9, άρθρο 9 (Φ.Ε.Κ. 1459/30-11-2000/Τ.Β.)
 

’ ρ θ ρ ο ν 16*43θ

Καύση χορτολιβαδικών εκτάσεων

Η καύση χορτολιβαδικών εκτάσεων επιτρέπεται μόνο κατόπιν αδείας της αρμόδιας Δασικής Αρχής. Για την έκδοση της παραπάνω αδείας, απαραίτητη είναι ή προηγούμενη έγκριση-θεώρηση από την αρμόδια Πυροσβεστική Υπηρεσία σχετικής μελέτης για τα αναγκαία μέτρα, μέσα και υλικά πυρασφαλείας που υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο και περιλαμβάνει οπωσδήποτε τα εξής:

α.- Αιτιολόγηση της σκοπιμότητας της καύσης.

β.- Την τεχνική της ελεγχόμενης καύσης.

γ.- Το χρόνο ή το χρονικό διάστημα που θα πραγματοποιηθεί η καύση.

δ.- Τα προληπτικά μέτρα και μέσα πυρασφαλείας που θα χρησιμοποιηθούν για την αντιμετώπιση του κινδύνου εξάπλωσης της φωτιάς.

Πηγές: Πυροσβεστική διάταξη 9, άρθρο 10 (Φ.Ε.Κ. 1459/30-11-2000/Τ.Β.)
 

’ ρ θ ρ ο ν 16*43ι

Όργανα ελέγχου

1. Ο έλεγχος των προβλεπόμενων από τον παρόντα κανονισμό μέτρων πυροπροστασίας, ανήκει στα πυροσβεστικά όργανα, τα οποία υποχρεούνται να διευκολύνουν οι ιδιοκτήτες ή οι καθοιονδήποτε τρόπο εκμεταλλευτές ή υπεύθυνοι για τη διαχείριση των εκτάσεων, επιχειρήσεων και δραστηριοτήτων στις οποίες ισχύει αυτός.

2. Για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε χωματερές και χώρους απόθεσης απορριμμάτων, λαμβάνονται υποχρεωτικά τα προβλεπόμενα από το άρθρο 7 παράγρ. 2 του παρόντος κανονισμού μέτρα πυρασφάλειας που υποδεικνύονται από την αρμόδια Πυροσβεστική Υπηρεσία. Ο έλεγχος εφαρμογής των μέτρων ενεργείται από την αρμόδια Πυροσβεστική Υπηρεσία καθώς και από την Επιτροπή της παραγράφου 4 του άρθρου 7 της παρούσης.

Πηγές: Πυροσβεστική διάταξη 9, άρθρο 11 (Φ.Ε.Κ. 1459/30-11-2000/Τ.Β.)
 

’ ρ θ ρ ο ν   16*44

Υποχρεώσεις οργανισμών κοινής ωφελείας και ιδιωτικών επιχειρήσεων

      1. Αι σιδηροδρομικαί υπηρεσίαι οφείλουν, να μεριμνούν τακτικώς διά την καθαριότητα της εντός δασών ή δασικών εκτάσεων ζώνης, διά της οποίας διέρχονται σιδηροδρομικαί γραμμαί, και την έγκαιρον αποκοπήν και αποκομιδήν των εντός αυτής αναπτυσσομένων ή ευρισκομένων δένδρων, θάμνων, φρυγάνων, ξηρών χόρτων κλπ., συμμορφούμεναι οπωσδήποτε εις τας υποδείξεις της δασικής υπηρεσίας. Η ως άνω ζώνη καταλαμβάνει πάσαν έκτασιν της εκατέρωθεν των σιδηροτροχιών και εις απόστασιν μέχρι δέκα μέτρων υπολογιζομένων από της εξωτερικής τροχιάς της γραμμής. Εις την ζώνην ταύτην δύναται να φυτεύωνται καλλωπιστικά φυτά ή δένδρα μη υποκείμενα εις κίνδυνον πυρκαϊάς, κατά τας υποδείξεις της δασικής υπηρεσίας.

     2. Το εκ της αποκαθάρσεως της ζώνης αποκομιζόμενον υλικόν, εάν είναι χρήσιμον προς καύσιν ή άλλην χρήσιν, παραδίδεται εις τον ιδιοκτήτην ή διακάτοχον του δάσους, ειδοποιούμενον μέσω της οικείας δασικής υπηρεσίας, εάν δε είναι άχρηστον ή εάν ουδείς προσέρχεται διά την παραλαβήν του κατά τα ανωτέρω, καταστρέφεται ή διατίθεται υπό της σιδηροδρομικής υπηρεσίας, αφού μεταφερθή εις ασφαλές διά την καταστροφήν ή διάθεσιν μέρος.

     3. Αι σιδηροδρομικαί υπηρεσίαι υποχρεούνται να τοποθετούν εις τας καπνοδόχους ή τους σωλήνας εξατμίσεων των αυτοκινήτων σιδηροδρομικών μηχανών καταλλήλους συσκευάς διά την πρόληψιν εκτινάξεως σπινθήρων ή πυρακτωμένων μορίων ανθράκων ως και τεφροδόχων υπό τας εσχάρας των μηχανών. Επίσης υποχρεούνται να τοποθετούν εντός των αμαξών και των σταθμών, ως και εις επίκαιρα σημεία της εν παραγράφω 1 ζώνης πινακίδας διά των οποίων να ειδοποιούνται οι επιβάται περί του κινδύνου πυρκαϊάς και να υπομιμνήσκονται οι ποινικές κυρώσεις διά την απόρριψιν ανημμένων σιγαρέττων ή ευλέκτων υλών. Η υποχρέωσις αυτή βαρύνει και τους ιδιοκτήτας υπεραστικών και τουριστικών λεωφορείων.

     4. Εφ'όσον εις παρακειμένην δάσους ή δασικής εκτάσεως περιοχήν ευρίσκονται αεροδρόμια, σταθμοί αυτοκινήτων, βιομηχανίαι ή εγκαταστάσεις αποθηκεύσεως ευφλέκτων υλών, οι διοικήσεις τούτων υποχρεούνται να λαμβάνουν πέραν των εκ των πυροσβεστικών κανονισμών προβλεπομένων και παν μέτρον επιβαλλόμενον εκ των περιστάσεων διά την αποφυγήν μεταδόσεως πυρκαϊάς εις το παρακείμενον δάσος ή την δασικήν έκτασιν. Εις ην περίπτωσιν τα μέτρα ταύτα δεν ήθελον ληφθή οίκοθεν, ο νομάρχης δύναται τη προτάσει του οικείου δασάρχου να επιβάλη διά πράξεώς του την λήψιν τούτων.

     5. Αι αυταί ως άνω υπηρεσίαι ή ιδιωτικαί επιχειρήσεις υποχρεούνται να διατηρούν τα απολύτως αναγκαία μέσα διά την άμεσον αντιμετώπισιν πυρκαϊάς του δάσους ή της δασικής εκτάσεως, η οποία ήθελεν εκδηλωθή εις την αμέσως γειτονικήν προς αυτάς περιοχήν.

     6. Τα λεωφορεία, πούλμαν, αυτοκινητάμαξαι και οχήματα σιδηροδρομικών συρμών δέον να είναι εφωδιασμένα πλήρως διά τεφροδοχείων. Υπεράνω των οποίων δέον να τίθενται και πινακίδες απαγορευτικαί της εκτός αυτών απορρίψεως των σιγαρέττων.

Πηγές: ’ρθρο 24 Ν.998/1979

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*46

Επικίνδυνοι περιοχαί- Κήρυξις

Λήψις μέτρων

     1. Περιοχαί, αι οποίαι ως εκ της φύσεως των και του είδους της εν αυταίς δασικής βλαστήσεως και των κρατουσών κλιματολογικών συνθηκών ή άλλων αιτίων, είναι ιδιαιτέρως εκτεθειμέναι και ευαίσθητοι εις πυρκαϊάς κηρύσσονται επικίνδυναι περιοχαί.

     2. Ο ανωτέρω χαρακτηρισμός ενεργείται κατόπιν σχετικής εισηγήσεως των οικείων νομαρχών και της κεντρικής δασικής υπηρεσίας ερειδομένης επί των κατά την προηγουμένην παράγραφον κριτηρίων και της συχνότητος ή εκτάσεως των κατά το παρελθόν εκραγεισών πυρκαϊών, διά προεδρικού διατάγματος εκδιδομένου τη προτάσει των Υπουργών Γεωργίας και Δημοσίας Τάξεως. (*** Εκδόθηκε το Π.Δ. 575/1980 "Περί κηρύξεως ιδιαιτέρως ευαισθήτων εις πυρκαϊάς περιοχών δασών και δασικών εκτάσεων ως επικινδύνων" Φ.Ε.Κ. 157/9-7-1980/Τ.Α'.).

     3. Η έκδοσις του κατά την προηγουμένην παράγραφον, διατάγματος συνεπάγεται υποχρεωτικώς την λήψιν των κατωτέρω μέτρων:

     

α) Την εγκατάστασιν, ειδικών δασοπυροσβεστικών μονάδων διά την κατάσβεσιν δασοπυρκαϊών εις την έδραν του νομού ή έτερα σημεία αυτού, οριζόμενα υπό του νομάρχου, από 1ης Μαίου μέχρι 31ης Οκτωβρίου εκάστου έτους, κατά τα εις το άρθρον 26 (Ν.998/1979) οριζόμενα.

     β) Την εγκατάστασιν, εις τα πλέον εγγύς ευρισκόμενα αεροδρόμια και εις επίκεντρον σημείον εν σχέσει προς πλείονας περιοχάς, μονάδα κατασβέσεως δασοπυρκαϊών από αέρος κατά το αυτό ως άνω χρονικόν διάστημα, συμφώνως προς τα εν άρθρω 27(Ν.998/1979) οριζόμενα.

     γ) Την υπό της μετεωρολογικής υπηρεσίας ιδιαιτέραν παρακολούθησιν, κατά το αυτό ως άνω χρονικόν διάστημα, των καιρικών συνθηκών υπέρ τας επικινδύνους περιοχάς και την έκδοσιν ειδικού δελτίου προς ενημέρωσιν των οικείων νομαρχών, εις ας περιπτώσεις αύται κρίνονται ως δυνάμεναι να ευνοήσουν την ανάπτυξιν ή διάδοσιν πυρκαϊάς.

     δ) Την υπό του Υπουργού Γεωργίας ή του οικείου νομάρχου έκδοσιν ειδικών κανονισμών ρυθμίσεως της διελεύσεως και παραμονής ιδιωτών εντός των δασών και δασικών εκτάσεων της επικινδύνου περιοχής, ως και την δυνατότητα λήψεως προληπτικών μέτρων επείγοντος χαρακτήρος διά την επάνδρωσιν παρατηρητηρίων, την επίβλεψιν των υπό του κοινού συχναζομένων χώρων και την πρόληψιν επαπειλουμένων εγκληματικών πράξεων κατά των δασών ή δασικών εκτάσεων.

     ε) Την υπό της οικείας δασικής αρχής, εν συνεργασία μετά των, κατά τόπους δημοτικών ή κοινοτικών αρχών, κατάρτισιν πίνακος των από 1ης Μαίου μέχρι 31ης Οκτωβρίου εκάστου έτους διαμενόντων επί δεκαπενθήμερον και άνω εντός των δασών και δασικών εκτάσεων προσώπων, τα οποία υποχρεούνται να δηλώσουν εγγράφως και υπευθύνως προς την δασικήν υπηρεσίαν τον τόπον της διαμονής των, κατά τα ειδικότερον υπό των δασικών κανονισμών οριζόμενα.

     στ) Την κατά απόλυτον προτεραιότητα εκτέλεσιν των υπό του προγράμματος δασικών έργων προβλεπομένων κατασκευών και εργασιών.

     ζ) Την σύστασιν αναγκαστικών δασικών συνεταιρισμών προς προστασίαν των υφισταμένων ιδιωτικών ή διακατεχομένων δασών ή δασικών εκτάσεων, κατά το άρθρον 22 του παρόντος νόμου(Ν.998/1979).

Πηγές: ’ρθρο 25 Ν.998/1979

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*47

Μονάδες κατασβέσεως δασοπυρκαϊών

     1. Εις νομούς περιλαμβάνοντας επικινδύνους περιοχάς οργανούνται υπό της δασικής υπηρεσίας ειδικαί μονάδες κατασβέσεως δασοπυρκαϊών, εφοδιαζόμεναι διά των πλέον προσφόρων και αποτελεσματικών τεχνικών μέσων. Αι μονάδες αύται συγκροτούνται εξ υπαλλήλων της δασικής υπηρεσίας ειδικώς εκπαιδευομένων εις την αντιμετώπισιν δασοπυρκαϊών.

     2. Το προσωπικόν των ειδικών μονάδων κατασβέσεως συμμετέχει μετά των λοιπών δασικών υπηρεσιών εις την εκτέλεσιν εργασιών προστασίας και φυλάξεως των δασών και δασικών εκτάσεων και δη εις την διενέργειαν των φρυγανεύσεων, θαμνεύσεων, καθαρισμών, αραιώσεων, εκπρεμνώσεων, διανοίξεων αντιπυρικών ζωνών, την εγκατάστασιν και λειτουργίαν πρατηρίων και υδατοδεξαμενών, ως και εις κοινάς ασκήσεις μετά του λοιπού προσωπικού της δασικής υπηρεσίας επί των τρόπων αντιμετωπίσεως πυρκαϊών και χρήσεως των διατιθεμένων μέσων κατασβέσεως του πυρός επί τη βάσει προγράμματος εγκρινομένου υπό του οικείου νομάρχου.

     3. Διά προεδρικού διατάγματος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως, Γεωργίας και Δημοσίας Τάξεως καθορίζονται ειδικότερον η οργάνωσις και ο τρόπος εκτελέσεως των καθηκόντων των ειδικών μονάδων κατασβέσεως δασοπυρκαϊών, ο αριθμός και η έδρα τούτων, τα της δημιουργίας δασοπυροσβεστικών σταθμών και της επανδρώσεως τούτων, η κατανομή των οργανικών θέσεων του προσωπικού της υπηρεσίας ταύτης, οι όροι διορισμού ή εντάξεως εις τας οργανικάς θέσεις, τα της προσλήψεως βοηθητικού προσωπικού επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου, τα της εκπαιδεύσεως και επιμορφώσεως του προσωπικού της εν λόγω υπηρεσίας, είτε εις την ημεδαπήν με την συνεργασίαν του Πυροσβεστικού Σώματος, είτε εις την αλλοδαπήν, ως και παν έτερον θέμα αφορών εις την εν λόγω υπηρεσίαν και την κατάστασιν του προσωπικού της.

     4. Διά κοινών αποφάσεων των Υπουργών Γεωργίας και Δημοσίας Τάξεως καθορίζονται τα της συνεργασίας και αμοβαίας αρωγής της δασοπυροσβεστικής υπηρεσίας μετά του πυροσβεστικού σώματος.

Πηγές: ’ρθρο 26 Ν998/1979

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*48

Μονάδες κατασβέσεως δασοπυρκαϊών από αέρος

     1. Παρά τη πολεμική αεροπορία και εν συνεργασία μετά της Δασικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας οργανούνται και λειτουργούν ειδικαί μονάδες κατασβέσεως δασοπυρκαϊών από αέρος. Αι μονάδες αύται εφοδιαζόμεναι δι'ειδικών τύπων αεροσκαφών και ελικοπτέρων, ως και του λοιπού αναγκαίου υλικού διά την αντιμετώπισιν των πυρκαϊών, εγκαθίστανται εις τα εγγύς των επικινδύνων περιοχών του άρθρου 25 αεροδρόμια, εξυπηρετούμεναι υπό των υπηρεσιών εδάφους της πολεμικής αεροπορίας.

     2. Ο τόπος εγκαταστάσεως και η εις διατιθέμενα μέσα δύναμις των μονάδων τούτων, τα της επανδρώσεως, προετοιμασίας και της καταστάσεως ετοιμότητος αυτών, τα της συνεργασίας των με τας δασικάς αρχάς και ενεργείας εις περίπτωσιν πυρκαϊάς, τα λαμβανόμενα μέτρα και τα όρια ασφαλείας καθορίζονται διά προεδρικού διατάγματος εκδιδομένου προτάσει των Υπουργών Εθνικής Αμύνης, Δημοσίας Τάξεως και Γεωργίας.

     3. Δι'αποφάσεων του Αρχηγού Αεροπορίας ή των κατά τόπους αεροπορικών διοικητών ρυθμίζεται πάσα ετέρα λεπτομέρεια αναφερομένη εις την λειτουργίαν των ως άνω μονάδων και την απρόσκοπτον επιτέλεσιν του έργου του.

     4. Διά προεδρικού διατάγματος, εκδιδομένου τη προτάσει των Υπουργών Εθνικής Αμύνης, Γεωργίας και Συγκοινωνιών, επιτρέπεται να μεταφερθούν αι ως άνω μονάδες κατασβέσεως δασοπυρκαϊών εις την υπηρεσίαν Πολιτικής Αεροπορίας ή εις επί τούτω συνιστώμενον οργανισμόν. Εις την περίπτωσιν ταύτην τα εις την παράγραφον 2 οριζόμενα θέματα ρυθμίζονται διά προεδρικών διαταγμάτων εκδιδομένων τη προτάσει του Υπουργού Συγκοινωνιών και Γεωργίας.

Πηγές: ’ρθρο 27 Ν.998/1979

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*49

Δασικοί κανονισμοί διά την αντιμετώπισιν πυρκαϊών

Δι'αποφάσεων του νομάρχου, εκδιδομένων κατόπιν προτάσεων των οικείων δασαρχών και δημοσιευομένων κατά τας διατάξεις του άρθρου 3 του Ν.301/1976, καθορίζονται:

     α) Τα χρονικά όρια, οι όροι και προϋποθέσεις διά την χορήγησιν των υπό του άρθρου 23(Ν.998/1979) προβλεπομένων αδειών, ως και διά την εντός των δασών ή δασικών εκτάσεων εκτέλεσιν των υπό του αυτού άρθρου προβλεπομένων εργασιών ή ενεργειών ή αφήν και διατήρησιν πυρός.

     β) Αι πρόσθετοι απαγορεύσεις και ειδικαί ρυθμίσεις αι αφορώσαι εις τας κατά το άρθρον 25(Ν.998/1979) επικινδύνους περιοχάς και ειδικότερον εις την διέλευσιν και διαμονήν ιδιωτών εντός αυτών, την κυκλοφορίαν ή στάθμευσιν αυτοκινήτων, την αφήν ή χρήσιν πυράς, το κάπνισμα σιγαρέττων, την έκθεσιν ή εγκατάλειψιν ευφλέκτων υλών ή απορριμάτων, την βοσκήν ή εγκατάστασιν ζώων, τας υποχρεώσεις των κατοίκων τυχόν παρακειμένων οικισμών και εν γένει παν αναγκαίον μέτρον διά την αποτροπήν κινδύνου πυρκαϊάς.

     γ) Αι ειδικώτεραι υποχρεώσεις των κατά το άρθρον 24(Ν.998/1979) υπηρεσιών και επιχειρήσεων διά την αποτροπήν κινδύνου μεταδόσεως πυρκαϊάς εις το παρακείμενον δάσος ή δασικήν έκτασιν ή την άμεσον αντιμετώπισιν πυρκαϊάς του παρακειμένου δάσους ή της δασικής εκτάσεως.

     δ) Τα της εκτελέσεως ασκήσεων ετοιμότητος και συνεργασίας μεταξύ των εν άρθρω 28(Ν.998/1979) αρχών και υπηρεσιών.

     ε) Τα της παροχής των αναγκαίων γνώσεων εις τους κατοίκους των εντός της επικινδύνου περιοχής πόλεων και χωρίων διά την αντιμετώπισιν πυρκαϊάς.

Πηγές: ’ρθρο 36 Ν.998/1979

 

’ ρ θ ρ ο   16*50

Φύλαξη δημοτικών και κοινοτικών χώρων απορριμάτων

     1. Οι δήμαρχοι και οι πρόεδροι κοινοτήτων λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ασφαλούς φύλαξης των χώρων απορριμάτων, για την αποφυγή ανάφλεξης και πρόκλησης πυρκαγιών.

     2. Η παράλλειψη λήψεως ή πλημμελής λήψη των κατά την προηγουμένην παράγραφο μέτρων αποτελεί σοβαρή παράβαση των καθηκόντων τους και επισύρει τις ποινές που προβλέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 169 του Π.Δ. 323/1989 "Περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα".

Πηγές: ’ρθρο 118 Ν.1892/1990

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΠΥΡΚΑΙΩΝ

 

’ ρ θ ρ ο   16*50α

Φορέας δασοπυρόσβεσης

1. Η ευθύνη και ο επιχειρησιακός σχεδιασμός της καταστολής των πυρκαγιών στα δάση και στις δασικές εν γένει εκτάσεις ανατίθεται στο Πυροσβεστικό Σώμα. Η αρμοδιότητα αυτή ασκείται από τις κατά τόπο Πυροσβεστικές Υπηρεσίες, οι οποίες μπορούν να ζητούν, όταν κρίνεται αναγκαίο, τη συνδρομή άλλων αρχών και φορέων. 'Ολες οι αρχές, φορείς και πρόσωπα που παρέχουν τη συνδρομή τους ενεργούν υπό τις οδηγίες του επικεφαλής των πυροσβεστικών δυνάμεων. Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου ως ‘’επιχειρησιακός σχεδιασμός της καταστολής’’ νοείται η οργάνωση, η διαχείριση και ο συντονισμός των δυνάμεων πυρόσβεσης, του εξοπλισμού και των άλλων μέσων και περιλαμβάνει ενέργειες που εξασφαλίζουν την έγκαιρη επισήμανση, αναγγελία και επέμβαση, ώστε να επιτυγχάνεται η άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών.

2. Στην αρμοδιότητα της Γενικής Γραμματείας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος ανήκει η πρόληψη των δασικών πυρκαγιών, εκτός από την έκδοση σχετικών πυροσβεστικών κανονισμών και διατάξεων, την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των πολιτών σε θέματα πυροπροστασίας του δάσους, την οργάνωση περιπόλων, όπου και όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο, την επιτήρηση των δασών με επίγεια και εναέρια μέσα, την κατανομή των πυροσβεστικών δυνάμεων, τη συνεργασία με άλλες αρχές και Φορείς, τη φύλαξη της περιοχής όπου εξερράγη πυρκαγιά για τυχόν αναζωπυρώσεις, τα οποία ανήκουν στην αρμοδιότητα του Πυροσβεστικού Σώματος. Το Υπουργείο Γεωργίας, στα πλαίσια της αρμοδιότητός του για την πρόληψη των δασικών πυρκαγιών, δύναται, με σκοπό την ανάπτυξη του φιλοδασικού πνεύματος, να προβαίνει στις ενέργειες που περιγράφονται στο άρθρο 21 του ν. 998/1979 (ΦΕΚ 289 Α'). Σε ό,τι αφορά το σχεδιασμό έργων, που συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών, λαμβάνεται και η γνώμη του οικείου Διοικητή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας.

Πηγές: ’ρθρο 1 Ν.2612/1998

 

’ ρ θ ρ ο   16*50β

Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων

Οι αρμοδιότητες, υποχρεώσεις και δικαιώματα του Δασάρχη, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 23 έως 37, εκτός του άρθρου 35, του ν. 99871979, καθώς και όποιες άλλες αφορούν θέματα Δασοπροστασίας από τις πυρκαγιές, ασκούνται εφεξής αντίστοιχα από το Διοικητή της οικείας Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Όπου στις διατάξεις αναφέρεται 'Υπουργός Γεωργίας’’, ‘’Δασικό Σώμα’', ‘'Δασάρχης’', ‘'Δασικοί Υπάλληλοι’', νοείται αντιστοίχως ‘'Υπουργός Δημόσιας Τάξης'’, ‘'Πυροσβεστικό Σώμα", ‘’Διοικητής Πυροσβεστικής Υπηρεσίας’' και ‘’Πυροσβεστικοί υπάλληλοι’’.

Πηγές: ’ρθρο 6 Ν.2612/1998

 

’ ρ θ ρ ο   16*50γ

Διάθεση μέσων στο Πυροσβεστικό Σώμα

      1. 'Ολα τα εναέρια και επίγεια μέσα, καθώς και κάθε άλλο πυροσβεστικό υλικό που διαθέτει το Υπουργείο Γεωργίας, παραδίδονται στο Πυροσβεστικό Σώμα.

       2. Παραχωρείται στο Πυροσβεστικό Σώμα, σύμφωνα με τις διατάξεις περί Δημοσίων Κτημάτων, ικανή οικοδομήσιμη έκταση σε κάθε νομό για την αντιμετώπιση στεγαστικών αναγκών των υπηρεσιών του. Επίσης παραχωρούνται, με κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Δημόσιας Τάξης, οι εγκαταστόσεις των μόνιμων παρατηρητηρίων (πυροφυλακείων) των Δασικών Υπηρεσιών. Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης(Ο.Τ.Α.) υποχρεούνται να παραχωρούν τη χρήση ακινήτων στο Πυροσβεστικό Σώμα για τη στέγαση Πυροσβεστικών Κλιμακίων, εφόσον δεν διατίθεται ακίνητο του Δημοσίου.

       3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών. Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Γεωργίας και Δημόσιας Τάξης που εκδίδεται εφάπαξ, εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1 ) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζονται θέματα σχετικά με το είδος και τον αριθμό, τον τρόπο και τη διαδικασία παραχώρησης στο Πυροσβεστικό Σώμα των κινητών και ακινήτων πραγμάτων που διέθετε το Υπουργείο Γεωργίας μέχρι την ισχύ του παρόντος νόμου για τη δασοπυρόσβεση, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Πηγές: ’ρθρο 2 Ν.2612/1998

 

’ ρ θ ρ ο   16*50δ

Καθήκοντα Πυροσβεστικών Οργάνων

Έκδοση Πυροσβεστικών Κανονισμών και Διατάξεων

      1. Οι βαθμοφόροι Γενικών Υπηρεσιών του Πυροσβεστικού Σώματος ασκούν καθήκοντα ειδικού ανακριτικού υπαλλήλου, κατά το άρθρο 34 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, για τα εγκλήματα εμπρησμού σε δασικές και αγροτικές εκτάσεις, καθώς και για τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 69 του ν. 998/1979 και αφορούν την αντιμετώπιση πυρκαγιών.

      2. Με απόφαση του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Γεωργίας και Δημόσιας Τάξης και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκδίδονται πυροσβεστικοί κανονισμοί και διατάξεις για την πρόληψη και αντιμετώπιση πυρκαγιών σε δασικές και αγροτικές εκτάσεις. Οι παραβάτες των κανονισμών και διατάξεων αυτών τιμωρούνται κατά το αρθρο 433 του Ποινικού Κώδικα.

      3. Οι αξιωματικοί και εν ελλείψει αυτών οι λοιποί βαθμοφόροι του Πυροσβεστικού Σώματος ασκούν έργα δημοσίου κατηγόρου για τις προβλεπόμενες από την προηγούμενη παράγραφο πταισματικές παραβάσεις, καθώς και για όποιες άλλες από την κείμενη νομοθεσία αφορούν την πρόληψη πυρκαγιών στις δασικές και αγροτικές εκτάσεις.

Πηγές: ’ρθρο 5 Ν.2612/1998

     4. Προανακρίσεις για τα εγκλήματα εμπρησμού δάσους, που έχουν αρχίσει πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως από όργανα της Δασικής Υπηρεσίας, ολοκληρώνονται και οι σχετικοί φάκελοι διαβιβάζονται στον αρμόδιο εισαγγελέα από τα όργανα αυτά, εκτός αν ο εισαγγελέας κρίνει διαφορετικά.

Πηγές: ’ρθρο 8 &2 Ν.2612/1998

     5. Η αρμοδιότητα του δημοσίου κατηγόρου της Δασικής Υπηρεσίας σχετικά με την εκδίκαση πταισματικών παραβάσεων, για τις οποίες είχε ασκηθεί ποινική δίωξη πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. καθώς και την εκτέλεση των σχετικών αποφάσεων, διατηρείται

Πηγές: ’ρθρο 8 &3 Ν.2612/1998

 

’ ρ θ ρ ο   16*50ε

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

      1. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και των κατά περίπτωση συναρμόδιων υπουργών ρυθμίζονται θέματα συνεργασίας του Πυροσβεστικού Σώματος με τις 'Ένοπλες Δυνάμεις, την Ελληνική Αστυνομία, τη Δασική Υπηρεσία, τους Ο.Τ.Α, τις υγειονομικές υπηρεσίες και άλλους φορείς και πρόσωπα που παρέχουν τις υπηρεσίες τους για την πρόληψη και καταστολή των δασικών πυρκαγιών.

      2. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τον επιχειρησιακό σχεδιασμό αντιμετώπισης των δασικών πυρκαγιών.

      3. Εξουσιοδοτικές διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για τα θέματα πρόληψης που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου και της καταστολής των πυρκαγιών στις δασικές και αγροτικές εκτάσεις, που περιέχουν άλλες ρυθμίσεις εκτός αυτών που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο, εξακολουθούν να ισχύουν. Οπου στις εν λόγω διατάξεις προβλέπεται ως αρμόδιος για την πρόταση ή την έκδοση των κανονιστικών πράξεων ο Υπουργός Γεωργίας, νοείται εφεξής ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης.

Πηγές: ’ρθρο 7 Ν.2612/1998

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*51

Αρμοδιότητες διά την καταστολήν πυρκαϊών

Αρμόδιοι φορείς

Υποχρεώσεις Αρχών

Συντονισμός καταστολής

     1. Αρμόδια όργανα διά την λήψιν των προσηκόντων μέτρων, την έκδοσιν των σχετικών διαταγών και την μέριμναν της ταχείας και ασφαλούς εκτελέσεώς των είναι:

     

     α) ο οικείος δασάρχης και τα υπ'αυτών όργανα της δασικής υπηρεσίας,

     β) αι κατά τόπους αρχαί της χωροφυλακής και αγροφυλακής,

     γ) αι δημοτικαί ή κοινοτικαί αρχαί της περιοχής εις ην εξερράγη πυρκαϊά,

     δ) οι σταθμοί ή υποσταθμοί της πυροσβεστικής υπηρεσίας,

     ε) αι ειδικαί μονάδες κατασβέσεως δασοπυρκαϊών από αέρος και

     στ) αι κατά τόπους στρατιωτικαί αρχαί.

     2. Αι υπό στοιχεία α' έως και δ' αρχαί και τα όργανα αυτών, ευθύς ως αντιληφθούν την έναρξιν πυρκαϊάς, ή ειδοποιηθούν περί τούτου, έχουν υποχρέωσιν αυτεπαγγέλτου και αμέσου κινητοποιήσεως και επεμβάσεως προς καταστολήν αυτής διά της ιδίας αυτών ενεργείας και διά των υπ'αυτών διατιθεμένων μέσων. Επίσης έχουν υποχρέωσιν αμέσου ενημερώσεως αλλήλων και του νομάρχου.

     3. Η συνδρομή και επέμβασις των υπό στοιχεία ε' και στ' υπηρεσιών δύναται να ζητηθή υπό του νομάρχου ή, εις περίπτωσιν επείγοντος, υπό των εν παραγράφω 2 αρχών, υποχρεουμένων εις παροχήν πάσης χρησίμου πληροφορίας.

     4. Την επέμβασιν των ανωτέρω αρχών και υπηρεσιών, εις βαθμόν κινητοποιήσεως, την δράσιν και την συνεργασίαν των προς κατάσβεσιν πυρκαϊάς κατευθύνει και συντονίζει, εφ'όσον συντρέχει περίπτωσις ο νομάρχης. Μέχρι της ενημερώσεως του νομάρχου και της υπ'αυτού αναλήψεως της διευθύνσεως και συντονισμού των ενεργειών διά την αντιμετώπισιν της πυρκαϊάς, την ευθύνην αμέσου ενεργείας και εποπτείας των προσπαθειών διά την κατάσβεσιν αυτής έχει ο οικείος δασάρχης.

Πηγές: ’ρθρο 28 Ν.998/1979

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*52

Υποχρεώσεις αντιλαμβανομένων πυρκαϊάν

     1. Ο αντιλαμβανόμενος πυρκαϊάν εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως ή πυρκαϊάν εκδηλουμένην πλησίον τούτων, αλλά δυναμένην να επεκταθή εντός αυτών, οφείλει να καταβάλη πάσαν δυνατήν προσπάθειαν προς κατάσβεσιν ταύτης, εφ'όσον δε ευρίσκεται εις αδυναμίαν να αντιμετωπίση την πυρκαϊάν μόνος, υποχρεούται να ειδοποιήση αμέσως τα πλησιέστερα προς τον τόπον της πυρκαϊάς άτομα, προς δε και την δασικήν ή την αστυνομικήν αρχήν, ή την πυροσβεστικήν υπηρεσίαν, ή τον δήμαρχον ή τον πρόεδρον της κοινότητος ή την τυχόν παρακειμένην στρατιωτικήν υπηρεσίαν. Την τελευταίαν ταύτην υποχρέωσιν ειδοποιήσεως μιάς των ως άνω αρχών ή υπηρεσιών έχουν και τα κατά τα ανωτέρω το πρώτον ειδοποιούμενα άτομα.

     2. Τα όργανα μιας των ως άνω αρχών και υπηρεσιών, λαμβάνοντα γνώσιν εξ ιδίας αντιλήψεως ή εκ της κατά την προηγουμένην παράγραφον ειδοποιήσεως περί της ενάρξεως πυρκαϊάς, υποχρεούνται εις άμεσον ενημέρωσιν των αμέσων κατά τόπους προϊσταμένων των και ειδοποίησιν των λοιπών ως άνω αρχών και υπηρεσιών.

Πηγές: ’ρθρο 29 Ν.998/1979

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*53

Ενέργειαι προς κατάσβεσιν πυρκαϊάς

Φορέας Συντονισμού καταστολής

     1. Ο Δασάρχης και τα υπ'αυτόν όργανα της δασικής υπηρεσίας, ευθύς ως λάβουν γνώσιν εκραγείσης πυρκαϊάς, σπεύδουν εις τον τόπον ένθα εξεδηλώθη αύτη, και επιλαμβάνονται της κατασβέσεως ταύτης διά των υπ'αυτών διατιθεμένων μέσων. Την διεύθυνσιν των εργασιών διά τον εντοπισμόν και την κατάσβεσιν της πυρκαϊάς έχει ο Δασάρχης ή ο αναπληρών τούτον υπάλληλος της δασικής υπηρεσίας μέχρι της ειδοποιήσεως και αφίξεως του νομάρχου. Ούτος κατευθύνει και συντονίζει και τας ενεργείας των παρεχόντων συνδρομήν ιδιωτών ή δημοσίων, δίδων τας προς τούτο αναγκαίας οδηγίας.

     2. Αι κατά τόπον μονάδες της πυροσβεστικής υπηρεσίας και τα όργανα της Χωροφυλακής και Αγροφυλακής υποχρεούνται εις άμεσον κινητοποίησιν και επέμβασιν προς καταστολήν της πυρκαϊάς, αναλόγως προς την έκτασιν ταύτης και τον παρουσιαζόμενον κίνδυνον, τιθέμεναι εις την διάθεσιν του οικείου δασάρχου.

     3. Τη αιτήσει του δασάρχου ή του αναπληρωτού τούτου δασικού υπαλλήλου δύναται να κινητοποιηθούν και άλλαι μονάδες της πυροσβεστικής υπηρεσίας και της Χωροφυλακής κατόπιν διαταγής των κατά τόπους διοικητών ή υποδιοικητών.

     4. Εφ'όσον η πυρκαϊά λαμβάνει διαστάσεις ή εμφανίζει κίνδυνον επεκτάσεως, αι επιληφθείσαι της κατασβέσεως αυτής υπηρεσίαι και αρχαί δύνανται να ζητήσουν την συνδρομήν της πλησιεστέρας στρατιωτικής διοικήσεως (στρατού, ναυτικού, ή αεροπορίας) ή της τυχόν υφισταμένης λιμενικής αρχής. Αι στρατιωτικαί διοικήσεις υποχρεούνται και εις άμεσον αυτεπάγγελτον επέμβασιν προς καταστολήν πυρκαϊάς, εφ'όσον αύτη εξερράγη εντός στρατιωτικής περιοχής ή εις δάσος ή δασικήν έκτασιν παρακειμένην στρατιωτικών χώρων ή εγκαταστάσεων, ειδοποιούσαι πάντως σχετικώς την δασικήν αρχήν και την πυροσβεστικήν υπηρεσίαν, εφ'όσον συντρέχει περίπτωσις.

     5. Αι στρατιωτικαί διοικήσεις ευθύς ως λάβουν γνώσιν εκραγείσης πυρκαϊάς κατά τα ανωτέρω, οφείλουν να αποστείλουν το ταχύτερον εις τον τόπον αυτής διαθέσιμον δύναμιν εκ των ανδρών των, εφωδιασμένων διά των απαραιτήτων εργαλείων και μέσων. Η δύναμις αύτη καταφθάνουσα εις τον τόπον της πυρκαϊάς τίθεται εις την διάθεσιν του διευθύνοντος την κατάσβεσιν αυτής νομάρχου, δασάρχου ή αναπληρωτού αυτών υποχρεουμένη να συμμορφούται προς τας οδηγίας των.

     6. Εφ'όσον παρίσταται ανάγκη να ζητηθή υπό των επιληφθεισών της κατασβέσεως της πυρκαϊάς αρχών και υπηρεσιών, κινητοποιούνται και αι μονάδες κατασβέσεως δασοπυρκαϊών από αέρος, αποστέλλουσαι ανάλογον αριθμόν αεροσκαφών και ελικοπτέρων διά την επισήμανσιν και καταστολήν της πυρκαϊάς διά των υπ'αυτών διατιθεμένων μέσων.

Πηγές: ’ρθρο 30 Ν.998/1979

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*54

Επίταξις μέσων και στρατιωτικών υπηρεσιών.

Υποχρεώσεις Δημοτικών Αρχών

     Υποχρεώσεις κατόχων μηχανικών μέσων κλπ.

Χρηματικές αποζημιώσεις

Ηθικαί αμοιβαί

Κολασμός αρνουμένων υπηρεσίας

     1. Οι δήμαρχοι, οι πρόεδροι κοινοτήτων και οι κάτοικοι των δήμων και κοινοτήτων, στην περιφέρεια των οποίων εξερράγη πυρκαγιά, υποχρεούνται, αμέσως, με την καθ'οιονδήποτε τρόπο διαπίστωση ή αναγγελία εκδήλωσης πυρκαγιάς, να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για την κατάσβεση αυτής σε συνεργασία με τις δασικές και λοιπές αρμόδιες για την κατάσβεση της πυρκαγιάς αρχές, όπως αυτές ορίζονται από το άρθρο 28(Ν.998/1979) του παρόντος. Την ίδια υποχρέωση έχουν και οι οδηγοί -χειριστές των οχημάτων της επομένης παραγράφου. Οι αρνούμενοι με πρόθεση τη συνδρομή τους τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Τα της οργανώσεως της προσφοράς των υπηρεσιών αυτών ρυθμίζονται με προεδρικό διάταγμα ύστερα από πρόταση των Υπουργών Γεωργίας και Εσωτερικών.

     2. Οι κάτοχοι μηχανικών μέσων, που είναι κατάλληλα για την αντιμετώπιση πυρκαγιών, όπως μέσων μεταφοράς, υδροφόρων, χωματουργικών μηχανημάτων και άλλων υποχρεούνται να θέσουν αυτά μετά των χειριστών -οδηγών τους στη διάθεση των αρμοδίων αρχών, μόλις τους ζητηθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Οι αρνούμενοι με πρόθεση τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.

     3. Πέραν των κατά τις προηγούμενες παραγράφους κυρώσεων, σε περίπτωση άρνησης παροχής προσωπικών υπηρεσιών η διάθεση μηχανικών μέσων, με απόφαση του νομάρχη ή του δασάρχη των εντεταλμένων από αυτούς οργάνων επιτάσσονται σε αναγκαίες προσωπικές υπηρεσίες και τα μηχανικά μέσα.

     4. Όσοι κατά τα ανωτέρω προσφέρουν προσωπικές υπηρεσίες ή διαθέτουν μηχανικά μέσα αποζημιώνονται από τις δασικές υπηρεσίες μετά από αίτησή τους. Οι δαπάνες αυτές βαρύνουν τις πιστώσεις του Υπουργείου Γεωργίας, που προορίζονται για τη προστασία των δασών. Με απόφαση του Νομάρχη ρυθμίζεται το ύψος των οικονομικών αποζημιώσεων. Επίσης με απόφαση του νομάρχη δύναται να απονέμεται η ηθική αμοιβή της έκφρασης ευαρέσκειας σε αυτούς που προσέφεραν εξαιρετικές υπηρεσίες στις προσπάθειες κατάσβεσης της πυρκαγιάς.

Πηγές: ’ρθρο 31 Ν.998/1979, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 115 Ν.1892/1990/

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*54α

Παραβάσεις αναφερόμεναι εις την αντιμετώπισιν πυρκαϊών.

     1. Οι παραβάται των διατάξεων του άρθρου 23 του παρόντος νόμου τιμωρούνται διά φυλακίσεως δύο μηνών μέχρις ενός έτους, εάν δε οι παραβάσεις εγένοντο εντός περιοχής χαρακτηρισθείσης ως επικινδύνου κατ'άρθρον 25 τιμωρούνται διά φυλακίσεως τουλάχιστον εξ(6) μηνών. Εάν αι παραβάσεις αύται έσχον ως επακόλουθον πυρκαϊάν εις δάσος ή δασικήν έκτασιν επιβάλλεται φυλάκισις τουλάχιστον δύο ετών.

     2. Όστις παραμελεί την ανήκουσαν αυτώ υποχρέωσιν εποπτείας ανηλίκου νεωτέρου των 17 ετών ή προσώπου ακαταλογίστου ή ηλαττωμένης προς καταλογισμόν ικανότητος τιμωρείται διά φυλακίσεως μέχρις ενός έτους, εάν εκ της παραμελήσεως ταύτης το υπό εποπτείαν αυτού πρόσωπον προεκάλεσε πυρκαϊάν εις δάσος ή δασικήν έκτασιν. Διά της αυτής ποινής τιμωρούνται και οι απασχολούντες προσωπικόν εις εργασίας εκτελουμένας εντός ή πλησίον δασών ή δασικών εκτάσεων, οι οποίοι δεν έλαβον τα προσήκοντα μέτρα εποπτείας και οργανώσεως των εργασιών αυτών, εάν εκ της τοιαύτης παραμελήσεως προεκλήθη πυρκαϊά εις δάσος ή δασικήν έκτασιν.

     3. Κατά των παραβατών της διατάξεως του άρθρου 23 & 1 στοιχ. δ' ως και εκείνων, κατ'εντολήν των οποίων ούτοι ενεργούν, δύναται να διαταχθή η δήμευσις των προϊόντων των καμίνων, ως και των εργαλείων, μηχανημάτων, πρώτων υλών και προϊόντων του εργαστηρίου ή τεχνικού συγκροτήματος. Επίσης δύναται να ανακληθή η άδεια λειτουργίας του κατά παράβασιν αυτής λειτουργούντος εργαστηρίου ή τεχνικού συγκροτήματος.

     4. Εν περιπτώσει παραβάσεως των διά του άρθρου 24 & 1 και 3 εδ. α' επιβαλλομένων υποχρεώσεων, ο προϊστάμενος του οικείου τμήματος γραμμής ή μηχανοστασίου των σιδηροδρόμων τιμωρείται διά φυλακίσεως μέχρι τριών μηνών, εάν δε αι παραβάσεις αύται έσχον ως επακόλουθον πυρκαϊάν εις δάσος ή δασικήν έκτασιν διά φυλακίσεως μέχρι δύο(2) ετών.

     5. Εν περιπτώσει παραβάσεως των διά του άρθρου 24 & 3 εδ.β' επιβαλλομένων υποχρεώσεων, ο αρμόδιος διά την συντήρησιν του σιδηροδρομικού δικτύου διευθυντής ως και οι διευθυνταί των σιδηροδρομικών σταθμών, των σταθμών υπεραστικών λεωφορείων και σταθμών διοδίων εθνικών οδών τιμωρούνται διά κρατήσεως ή προστίμου. Διά της αυτής ποινής τιμωρούνται επίσης οι πρόεδροι των ΚΤΕΛ και οι ιδιοκτήται των λεωφορείων δημοσίας και ιδιωτικής χρήσεως καθώς και ο αρμόδιος διευθυντής των σιδηροδρόμων εν περιπτώσει παραβάσεως των διά της & 6 του άρθρου 24 επιβαλλομένων υποχρεώσεων.

     6. Οι μη συμμορφούμενοι προς τας επιβαλλομένας εις αυτούς διά των εν άρθροις 24 & 4 και 48 & 4 προβλεπομένων πράξεων του νομάρχου υποχρεώσεις τιμωρούνται, συμφώνως προς το άρθρον 458 Π.Κ.

     7. Οι παραβάται της διατάξεως του άρθρου 29 & 1 τιμωρούνται διά φυλακίσεως μέχρις ενός έτους. Υπάλληλοι ή όργανα των υπό του ως άνω άρθρου προβλεπομένων αρχών, μη συμμορφούμενοι προς την υπό της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου επιβαλλομένην εις αυτά υποχρέωσιν, διαπράττουν παράβασιν καθήκοντος, τιμωρουμένην με την ποινήν του άρθρου 259 Π.Κ.

     8. Εγγεγραμμένοι εις τους κατ'άρθρον 31 & 2 καταλόγους, οι οποίοι αρνούνται εν περιπτώσει πυρκαϊάς να συμμορφωθούν προς τας διαταγάς της δασικής αρχής, τιμωρούνται διά φυλακίσεως μέχρις ενός έτους. Με την αυτήν ποινήν τιμωρούνται ωσαύτως δήμαρχοι ή πρόεδροι κοινοτήτων μη συντάσσοντες τους κατ'άρθρον 31 & 2 προβλεπομένους καταλόγους.

     9. Οι, κατ'άρθρον 34 & 1 οριζόμενοι προς φύλαξιν εκτάσεως εις ην εξερράγη πυρκαϊά, απομακρυνόμενοι αδικαιολογήτως από ταύτης τιμωρούνται διά φυλακίσεως μέχρις εξ μηνών.

     10. Οι παραβάται των κατ'άρθρον 36 εκδιδομένων κανονισμών τιμωρούνται, συμφώνως προς το άρθρον 458 Π.Κ., εάν δεν συντρέχη περίπτωσις βαρυτέρας αξιοποίνου πράξεως.

ΟΙ ποινές του άρθρου 69 όπως αναμορφ’ωθηκαν από το άρθρο 117 του Ν.1892/1990 έχουν ως εξής:

Στην περίπτωση της & 1 εδαφ. β’ ορίζεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων (200.000) δραχμών. Στην περίπτωση της & 2 ορίζεται ποινή φυλάκισης μέχρι δύο έτη. Στην περίπτωση της & 4 ορίζεται ποινή φυλάκισης μέχρι τρία έτη, αν επακολούθησε πυρκαγιά σε δάσος ή δασική έκταση. Στην περίπτωση της & 5 ορίζεται ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000).

Πηγές: ’ρθρο 69 Ν.998/1979

 

’ ρ θ ρ ο ν        16*54β

Διοικητικά πρόστιμα

1. Σε όποιον από πρόθεση ή αμέλεια προξενεί πυρκαγιά σε δάσος, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 και 3 του Ν. 998/1979, πέραν των ποινικών κυρώσεων που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 265 και 266 παρ. 2. του ποινικού κώδικα, επιβάλλεται και το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 3 του Ν. 2800/2000 διοικητικό πρόστιμο, το κατώτατο όριο του οποίου αναπροσαρμόζεται σε πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές.

2. Ο Διοικητής της αρμόδιας κατά τόπον Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, αμέσως μόλις περιέλθει σε γνώση του, το γεγονός ότι κάποιος απέκτησε, κατά το άρθρο 72 Κ.Π.Δ., την ιδιότητα του κατηγορούμενου για πράξεις της προηγούμενης παραγράφου, κινεί τη διαδικασία έκδοσης απόφασης επιβολής διοικητικού προστίμου, υποβάλλοντας, ιεραρχικά, προς τον αρμόδιο για θέματα διοικητικής υποστήριξης Υπαρχηγό του Πυροσβεστικού Σώματος, το φάκελο με όλα τα σχετικά στοιχεία tnc υπόθεσης, στον οποίο περιλαμβάνεται και έγγραφη πρόταση για το ύψος του προστίμου. Ολοι οι ιεραρχικά Προϊστάμενοι μέχρι τον Υπαρχηγό διατυπώνουν εγγράφως τη γνώμη τους για το ύψος του προστίμου. Ο Υπαρχηγός εκδίδει, εντός δέκα (10) ημερών, αφ' ότου παραλάβει το σχετικό φάκελο, αιτιολογημένη απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου, η οποία επιδίδεται στον κατηγορούμενο κατά τον Κ.Π.Δ.

Κατά της απόφασης επιβολής προστίμου επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής, εντός είκοσι (20) ημερών, ενώπιον του Aρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος. Η προσφυγή κατατίθεται στην αρμόδια κατά τόπον Πυροσβεστική Υπηρεσία ή αποστέλλεται απ' ευθείας στον Αρχηγό Πυροσβεστικού Σώματος, ο οποίος αποδέχεται, εν όλω ή εν μέρει, ή απορρίπτει την προσφυγή και διαβιβάζει τον οικείο φάκελο της υπόθεσης στον Υπαρχηγό για τροποποίηση της απόφασης, εφόσον συντρέχει περίπτωση. Ο Υπαρχηγός, αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής ή, σε περίπτωση απόρριψης αυτής, συντάσσει τίτλο είσπραξης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 55 του Π.Δ. 16/1989 (Α' 6), που αποστέλλεται για βεβαίωση στη Δ.Ο.Υ. φορολογίας του οφειλέτη.

3. Το επιβαλλόμενο διοικητικό πρόστιμο αποτελεί δημόσιο έσοδο υπό Κ.Α.Ε. 3739 και εισπράττεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων.

4. Πρόστιμο μέχρι πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών καταβάλλεται εφάπαξ. Μεγαλύτερο πρόστιμο καταβάλλεται σε δέκα (10) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, το ποσό κάθε μιας εκ των οποίων δε μπορεί να είναι μικρότερο των διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών. Η προθεσμία άσκησης και η άσκηση ενδίκων μέσων ή βοηθημάτων ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης βεβαίωσης του προστίμου.

5. Σε περίπτωση που οφειλέτης του επιβαλλόμενου διοικητικού προστίμου αθωωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, το καταβληθέν πρόστιμο επιστρέφεται άτοκα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 98 του Π.Δ. 16/1989.

Πηγές: ’ρθρο 1 Υ.Α. 19826 Φ.109/1/27-6-2000

 

Για τον προσδιορισμό του ύψους του επιβαλλόμενου διοικητικού προστίμου λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται ιδίως:

α) το είδος και ο βαθμός υπαιτιότητας του κατηγορούμενου,

β) τα κίνητρα,

γ) η υποτροπή για τις πράξεις εμπρησμού δάσους,

δ) το είδος, η σπουδαιότητα και το μέγεθος της καμένης έκτασης,

ε) το ύψος και το είδος των ζημιών, όπως εκτιμώνται από τον αρμόδιο Δασάρχη,

στ) ο χρόνος, το προσωπικό και τα μέσα που διατέθηκαν για την κατάσβεση της πυρκαγιάς,

ζ) η συμμετοχή του κατηγορούμενου σε οργανωμένη εγκληματική δράση εμπρησμού δάσους,

η) ο αριθμός και το είδος των απειλούμενων από την πυρκαγιά εννόμων αγαθών και

θ) οι θετικές πληροφορίες του κατηγορούμενου προς τις αρμόδιες Αρχές για την ανακάλυψη και σύλληψη άλλων συμμέτοχων στις ίδιες πράξεις.

Στους υπαίτιους δασικών πυρκαγιών που προκαλούνται από χώρους απορριμμάτων, το ύψος του προστίμου που κατ' ελάχιστον επιβάλλεται είναι 2.000.000 δραχμές. Οι διατάξεις των άρθρων 45-47 Π.Κ. για τον καθορισμό του ύψους της ποινής σε συμμέτοχους σε αξιόποινη πράξη εφαρμόζονται αναλόγως και για τον καθορισμό του ύψους του διοικητικού προστίμου που επιβάλλεται στους συμμέτοχους στον εμπρησμό δάσους.

Πηγές: ’ρθρο 2 Υ.Α. 19826 Φ.109/1/27-6-2000

 

Α ρ θ ρ ο ν   16*55

Αμοιβαί

     1. Εις τους εθελοντικώς ή κατόπιν επιτάξεως μετασχόντας κατασβέσεως δασοπυρκαϊάς και επιδείξαντας ιδιαίτερον θάρρος και ικανότητα εις το έργον των και ως εκ τούτου συμβάλοντας σημαντικώς εις την κατάσβεσιν αυτής απονέμεται τιμητικόν δίπλωμα ή χρηματικόν βραβείον ή και αμφότερα.

     Αι λεπτομέρειαι απονομής τούτων και το ύψος του χρηματικού βραβείου κατά κατηγορίας περιπτώσεων και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά καθορίζονται δι'αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

     2. Εις τους μετασχόντας προς κατάσβεσιν της πυρκαϊάς δασικούς υπαλλήλους ή εργάτας και τα όργανα της χωροφυλακής και αγροφυλακής χορηγείται, μετά πρότασιν του ανωτέρου κατά βαθμόν δασικού υπαλλήλου του διευθύνοντος τας εργασίας κατασβέσεως της πυρκαϊάς, ειδική αποζημίωσις λόγω φθοράς ιματισμού και υποδήσεως καθοριζομένη δι'αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας και βαρύνουσα τον προϋπολογισμόν του Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών.

Πηγές: ’ρθρο 32 Ν. 998/1979

       Σε περίπτωσης τραυματισμού ή θανάτου των μετεχόντων στη δασοπροστασία υπαλλήλων ή των εθελοντών πολιτών που μετέχουν στη κατάσβεση των δασικών πυρκαϊών, μπορεί να χορηγείται, είτε στους ιδίους είτε στα μέλη της οικογένειάς τους μέχρι δευτέρου βαθμού συγγένειας, ειδική αποζημίωση το ύψος της οποίας καθορίζεται κατά περίπτωση, με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, σε βάρος του προϋπολογισμού του ΚΤΓΚ και Δασών.

Πηγές: ’ρθρο 38 &12α Ν.1845/1989

     3. Ο Υπουργός Γεωργίας δύναται να καταβάλη ειδικήν αμοιβήν εις τους παρέχοντας θετικάς πληροφορίας διά την ανακάλυψιν των εμπρηστών ή υπαιτίων πυρκαϊών.

     Η αμοιβή αυτή προκηρύσσεται δημοσία δι'αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, καταβάλλεται δε μετά την ανακάλυψιν των δραστών. Τοιαύτη αμοιβή δύναται να εγκριθή υπό του Υπουργού Γεωργίας και καταβληθή και άνευ προηγουμένης προκηρύξεως.

     Εις τον προϋπολογισμόν του Υπουργείου Γεωργίας εγγράφεται κατά έτος ειδική και επαρκής πίστωσις διά την υλοποίησιν της παρούσης παραγράφου.

Πηγές: ’ρθρο 32 Ν.998/1979

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*57

Επίπτωσις δαπανών

     1. Εφ'όσον η πυρκαϊά εξερράγη εις ιδιωτικόν ή διακατεχόμενον δάσος ή δασικήν έκτασιν, διαπιστούται δε ητιολογημένως ότι η έναρξις ή επέκτασις αυτής ωφείλετο αποκλειστικώς ή κατά κύριον λόγον εις αδικαιολογήτους παραλείψεις των ιδιοκτητώv ή διακατόχων, το ήμισυ των δαπανών διά τας κατά τα άρθρα 31 & 3 και 32 & 2 (Ν.998/1979) αποζημιώσεις, μετά την εκκαθάρισιν και καταβολήν τούτων εις τους δικαιούχους, καταλογίζεται εις βάρος των ως άνω ιδιοκτητών ή διακατόχων και εισπράττεται ως έσοδον του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών.

     2. Το ως άνω ποσοστόν μειούται αναλόγως εφ'όσον η πυρκαϊά εξερράγη ή επεξετάθη και εις δημόσιον δάσος ή δασικήν έκτασιν, της κατανομής γινομένης κατά λόγον της καταστραφείσης ιδιωτικής ή διακατεχομένης εκτάσεως εν σχέσει προς την δημοσίαν.

     3. Εις ην περίπτωσιν εκ της κατά το άρθρον 34(Ν.998/1979) ερεύνης και ανακρίσεως ήθελε προκύψει ότι η πυρκαϊά οφείλεται εις δόλον του ιδιοκτήτου ιδιωτικού δάσους ή δασικής εκτάσεως, ή του διακατόχου δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως, το κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου καταλογιζόμενον ποσόν καλύπτει υποχρεωτικώς το σύνολον των αυτόθι οριζομένων δαπανών, ως και την δαπάνην κινητοποιήσεως των λοιπών δημοσίων υπηρεσιών.

     4. Εις περίπτωσιν, καθ'ην η πυρκαϊά εξερράγη ή επεξετάθη εις περιοχήν ανήκουσαν εις την κυριότητα μελών δασικού συνεταιρισμού του άρθρου 22 του παρόντος νόμου(Ν.998/1979), τα κατά τας προηγουμένας παραγράφους ποσοστά των δαπανών καταλογίζονται εις βάρος του οικείου συνεταιρισμού και επιμερίζονται μεταξύ των μελών του κατά τας διεπούσας τούτον διατάξεις.

     5. Ο κατά τα ανωτέρω καταλογισμός ενεργείται διά πράξεως του νομάρχου εκδιδομένης κατόπιν προτάσεως του οικείου δασάρχου.

Πηγές: ’ρθρο 33 Ν.998/1979

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*58

Ενέργεια μετά την καταστολή

Ανακρίσεις

Φύλαξις

Αεροφωτογράφησις

Κήρυξις αναδασώσεως

     1. Την καταστολήν της πυρκαϊάς επακολουθεί φύλαξις της εκτάσεως εις την οποίαν αυτή επεξετάθη, μέχρι ολοσχερούς κατασβέσεως διά την πρόληψιν αναζωπυρώσεως.

     2. Ο δασάρχης ερευνά τα προκαλέσαντα την πυρκαϊάν αίτια, αναζητεί τους τυχόν υπευθύνους και συντάσσει έκθεσιν περί τούτων και της προκληθείσης ζημίας, την οποίαν υποβάλλει εις τον νομάρχην, την κεντρικήν δασικήν υπηρεσίαν και τον κατά τόπον αρμόδιον εισαγγελέα πλημμελειοδικών.

3. Ο δασάρχης και οι υπ'αυτού εντεταλμένοι την εξακρίβωσιν των αιτίων και των υπευθύνων της πυρκαϊάς ενεργούν ως ανακριτικοί υπάλληλοι δικαιούμενοι να προβούν εις πάσαν ανακριτικήν πράξιν.

     4. Μερίμνη του οικείου Νομάρχου και τη συνδρομή των αρμοδίων Υπηρεσιών τα καταστρεφόμενα διά πυρκαϊών δάση και δασικαί εκτάσεις αεροφωτογραφούνται, χαρτογραφούνται και κηρύσσονται αναδασωτέαι εντός τριών μηνών από της καταστροφής. Δι'αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας καθορίζονται λεπτομερώς αι σχετικαί ενέργειαι.

Πηγές: ’ρθρο 34 Ν.998/1979

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*59

Υποχρεώσεις κοινοτήτων προς αναδάσωσιν καέντων δασών

     1. Κοινότητες εις την περιφέρειαν των οποίων κατεστράφησαν υπό της πυρκαϊάς δημόσια ή κοινοτικά δάση, υποχρεούνται να αναγράφουν ετησίως επί δεκαετίαν από της πυρκαϊάς εις τον προϋπολογισμόν αυτών πίστωσιν διά την υποβοήθησιν διά τεχνικών αναδασωτικών έργων της επανιδρύσεως του καέντος δάσους.

     2. Τα αναδασωτικά ταύτα έργα υποδεικνύονται και εκτελούνται μερίμνη της δασικής υπηρεσίας.

Πηγές: ’ρθρο 209 Ν.Δ/τος 86/1969

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*60

Κήρυξις επικινδύνων περιοχών

     Κηρύσσονται, κατά το άρθρον 25 του Ν.998/79 ως επικίνδυνοι περιοχαί δασών και δασικών εκτάσεων της Χώρας αι εμπίπτουσαι εις την τοπικήν αρμοδιότητα των ως έπεται δασικών υπηρεσιών:

     α) Διευθύνσεων Δασών Κεφαλληνίας, Ζακύνθου, Κερκύρας, Λέσβου, Σάμου, Χανίων και Χίου.

     β) Δασαρχείων Αλεξανδρουπόλεως, Αρναίας, Πολυγύρου, Κασσάνδρας, Θάσου, Θεσσαλονίκης, Σκοπέλου, Βόλου, Αταλάντης, Ιστιαίας, Λίμνης, Χαλκίδος, Θηβών, Πάρνηθος, Πεντέλης, Καπανδριτίου, Λαυρίου, Αιγάλεω, Πειραιώς, Ρόδου, Κω, Μεγάρων, Πόρου, Κορίνθου, Ξυλοκάστρου, Αιγίου, Πατρών, Αμαλιάδος, Πύργου, Ολυμπίας, Καλαμάτας, Σπάρτης και Κρανιδίου.

Πηγές: ’ρθρο μόνο Π.Δ/τος 575/1980

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΙ ΔΑΣΙΚΟΙ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ(Α.Δ.Σ.Π.)

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*61

Δασικοί συνεταιρισμοί προστασίας

1. Εάν εις περιοχήν χαρακτηρισθείσαν ως επικίνδυνον κατά το άρθρον 25 του παρόντος (Ν.998/1979) περιλαμβάνονται ιδιωτικά δάση ή δασικαί εκτάσεις ή διακατεχόμενα δημόσια δάση ή δασικαί εκτάσεις οι ιδιοκτήται αυτοτελών τμημάτων ή ιδανικών μεριδίων ή οι διάκατοχοι αυτών ενούνται υποχρεωτικώς εις ένα ή πλείονας αναγκαστικούς δασικούς συνεταιρισμούς προστασίας των ως άνω δασών ή δασικών εκτάσεων. Ομοίως εις τοιούτους αναγκαστικούς συνεταιρισμούς ενούνται υποχρεωτικώς οι ιδιοκτήται ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων ευρισκομένων εντός περιοχής χαρακτηρισθείσης ως οικιστικής, κατά το άρθρον 49 του παρόντος(Ν.998/1979).

     2. Σκοπός των ως άνω αναγκαστικών συνεταιρισμών είναι η από κοινού υπό των συνεταιρισμών δασοκτημόνων ή διακατόχων: α) Εκτέλεσις των κατά το άρθρον 16(Ν.998/1979) προστατευτικών έργων, β) η πραγματοποίησις των κατά τον παρόντα νόμον επιβαλλομένων αναδασώσεων, γ) άσκησις της δεούσης επιτηρήσεως και τήρησις της αναγκαίας καθαριότητος και δ) αντιμετώπισις των συναφών προς την διατήρησιν, βελτίωσιν και ανάπτυξιν των εντός των ιδιοκτησιών των δασικής βλαστήσεως προβλημάτων.

     3. Οι αναγκαστικοί δασικοί συνεταιρισμοί προστασίας συνιστώνται, εφ'όσον οι μεν ενούμενοι εις αυτούς ιδιοκτήται ή διακάτοχοι είναι πλείονες των επτά τα δε δάση ή δασικαί εκτάσεις, αι υπαγόμεναι εις την από κοινού προστασίαν, κείνται εντός της περιφερείας του αυτού δήμου ή κοινότητος ή εντός των συνορευουσών περιφερειών πλειόνων δήμων ή κοινοτήτων. Εάν εις την αυτήν ως άνω περιφέρειαν υφίσταται και λειτουργεί αναγκαστικός συνεταιρισμός δασοκτημόνων προς προαγωγήν της δασοπονίας των, προσκτάται και τον χαρακτήρα του δασικού συνεταιρισμού προστασίας κατά τα ανωτέρω.

     4. Η σύστασις των ως άνω αναγκαστικών δασικών συνεταιρισμών ενεργείται δι'αποφάσεως του οικείου νομάρχου καθοριζούσης την ονομασίαν, την έδραν και την περιοχήν του συνεταιρισμού. Οι ούτω συνιστώμενοι αναγκαστικοί δασικοί συνεταιρισμοί είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δεν έχουν δε εμπορικήν ιδιότητα.

     5. Διά προεδρικού διαστάγματος (*** Εκδόθηκε το Π.Δ. 796/1981 "Περί συστάσεως Αναγκαστικών Δασικών Συνεταιρισμών Προστασίας (Α.Δ.Σ.Π.)' Φ.Ε.Κ. 208/6-8-1981/Τ.Α.') εκδιδομένου τη προτάσει του Υπουργού Γεωργίας καθορίζονται οι ειδικώτεροι όροι και η διαδικασία διά την σύστασιν, συγχώνευσιν και διάλυσιν των ως άνω αναγκαστικών δασικών συνεταιρισμών, τα του τρόπου διοικήσεως αυτών, το ύψος και ο τρόπος καταβολής των εισφορών των μελών, τα της εκλογής των οργάνων των, τα της εσωτερικής οργανώσεως και λειτουργίας των, τα της συμπαραστάσεως, βοηθείας και εποπτείας αυτών και του Υπουργείου Γεωργίας, τα του τρόπου της οικονομικής διαχειρίσεως και της ασκήσεως του διαχειριστικού ελέγχου ως και πάσα ετέρα λεπτομέρεια αφορώσα εις την λειτουργίαν των εν λόγω δασικών συνεταιρισμών και την πραγμάτωσιν των σκοπών των.

     6. Ιδιοκτήται δασών ή δασικών εκτάσεων ως και διακάτοχοι δημοσίων δασών ή ιδιωτικών εκτάσεων μη περιλαμβανομένων εις επικινδύνους περιοχάς δύνανται να συνιστούν ή να μετέχουν εκουσίως εις δασικούς συνεταιρισμούς προστασίας.

Πηγές: ’ρθρο 22 Ν.998/1979

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*62

Διαδικασία συστάσεως ΑΔΣΠ

     Οι Δασάρχαι ή οι Διευθυνταί Δασών εις περίπτωσιν Δασών άνευ Δασαρχείων εις την περιφέρειαν των οποίων υπάγονται περιοχαί χαρακτηριζόμεναι ως επικίνδυνοι ή οικιστικαί, κατά τα οριζόμενα αντιστοίχως υπό των άρθρων 25 και 49 του Ν.998/79, οφείλουν, εφ'όσον συντρέχουν και αι λοιπαί προϋποθέσεις του άρθρου 22 του ιδίου νόμου, να μεριμνούν διά την σύστασιν των ΑΔΣΠ κατά την ως έπεται διαδικασίαν.

     2. Οι ως άνω αρμόδιοι διαπιστούντες την συνδρομήν των εν τη προηγουμένη παραγράφω προϋποθέσεων ζητούν από τον οικείον Νομάρχην την κατά αρχήν έγκρισίν του διά την σύστασιν ΑΔΣΠ, απευθυνόμενοι προς αυτόν διά αναφοράς των η οποία:

     α) Περιλαμβάνει περιγραφήν των υφισταμένων προϋποθέσεων και πλήρως ητιολογημένην πρότασιν διά την σύστασιν.

     β) Συνοδεύεται υπό κτηματικού χάρτου περιέχοντος την ακριβή οροθεσίαν των ιδιωτικών ή διακατεχομένων δασών και δασικών εκτάσεων και υπό καταλόγου των ιδιοκτητών αυτοτελών τμημάτων ή ιδανικών μεριδίων ή διακατόχων αυτών.

     3. Ο Νομάρχης επιλαμβανόμενος, κατά απόλυτον προτεραιότητα, του θέματος και παρέχων την κατ'αρχήν έγκρισιν διά την σύστασιν ΑΔΣΠ επιστρέφει μετ'αυτής την υποβληθείσαν αυτώ αναφοράν μετά των συνοδευόντων ταύτην στοιχείων εις τον υποβαλόντα ταύτα Δασάρχην ή Διευθυντήν Δασών, όστις προσκαλεί εις ιδρυτικήν συνέλευσιν, εντός μηνός από της εις αυτόν περιελεύσεως της σχετικής εγκριτικής αποφάσεως του Νομάρχου, άπαντας τους ενδιαφερομένους, όπως προσέλθουν εις τον εκ των προτέρων διά της προσκλήσεως καθοριζόμενον τόπον και εις χρόνον διά την ίδρυσιν του Συνεταιρισμού, την ψήφισιν και υπογραφήν του καταστατικού, την εκλογήν προσωρινού Διοικητικού Συμβουλίου και τον καθορισμόν ψήφων και πάντων εν γένει των ζητημάτων των αφορώντων την κατά τας διατάξεις του παρόντος σύστασιν και λειτουργίαν του Συνεταιρισμού. Η πρόσκλησις εις Γενικήν Συνέλευσιν του Δασάρχου ή Διευθυντού Δασών τοιχοκολλάται εις το Δημαρχιακόν ή Κοινοτικόν Κατάστημα υποχρεωτικώς επιμελεία του Δημάρχου ή προέδρου της κοινότητος, εις την περιφέρειαν του οποίου υπάγονται τα δάση ή δασικαί εκτάσεις, δέκα πέντε πλήρεις ημέρας προ της οριζομένης διά την συνέλευσιν. Εάν τα δάση ή δασικαί εκτάσεις υπάγονται εις περιφερείας πλειόνων Δήμων ή Κοινοτήτων η πρόσκλησις τοιχοκολλάται εις άπαντα τα καταστήματα των αυτών Δήμων και Κοινοτήτων.

     4. Το κατά την συνέλευσιν ταύτην, εις την οποίαν υποχρεούται να παρίσταται ο αρμόδιος Δασάρχης ή Διευθυντής Δασών ή κατά εντολήν τούτου αντιπρόσωπός του, ψηφιζόμενον κατασταστικόν μετά της αναφοράς του, του κτηματικού χάρτου και του καταλόγου των ιδιοκτητών ή διακατόχων υποβάλλεται μερίμνη του συγκαλούντος την συνέλευσιν Δασάρχου ή Διευθυντού δασών εις τον οικείον Νομάρχην προς τελικήν έγκρισιν. Διά της εγκριτικής ταύτης αποφάσεως του Νομάρχου, καθορίζεται η ονομασία, η έδρα και η περιοχή του Συν/σμού.

Πηγές: ’ρθρο 1 Π.Δ/τος 796/1981

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*63

Σύστασις Συνεταιρισμών

     1. Κατά την εν παραγράφω 3 του άρθρου 1 Π.Δ/τος 796/1981 πρώτην συνέλευσιν, απαιτείται διά την απαρτίαν, όπως παρίστανται επτά τουλάχιστον ιδιοκτήται ή διακάτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το ήμισυ της επιφανείας των ιδιωτικών ή διακατεχομένων δασών ή δασικών εκτάσεων των υπαγομένων εις την από κοινού προστασίαν. Εφ'όσον δεν επιτευχθεί η ως άνω απαρτία κατά την πρώτην συνέλευσιν διά νέας προσκλήσεως του αρμοδίου Δασάρχου ή Διευθυντού Δασών συγκαλείται νέα συνέλευσις εντός το πολύ 15 ημερών από της προηγουμένης τοιαύτης, της προσκλήσεως τοιχοκολλουμένης κατά τα εν άρθρω 1 & 3 Π.Δ/τος 796/1981 οριζόμενα, πέντε πλήρεις ημέρας προ της οριζομένης διά την συνέλευσιν. Κατά την δευτέραν ταύτην συνέλευσιν εις την οποίαν υποχρεούται όπως παρίσταται ο αρμόδιος Δασάρχης ή Διευθυντής Δασών κατά τα εν άρθρω 1 & 4 Π.Δ/τος 796/1981 οριζόμενα, αρκεί διά την απαρτίαν η παρουσία επτά ιδιοκτητών ή διακατόχων, ανεξαρτήτως του μεγέθους επιφανείας το οποίον εκπροσωπούν.

     2. Εάν εις την δευτέραν ταύτην συνέλευσιν οι προσελθόντες ιδιοκτήται ή διακάτοχοι είναι ολιγώτεροι των επτά, ο αρμόδιος δασάρχης ή Διευθυντής Δασών επί τη βάσει στοιχείων τηρουμένων υπό της Δασικής Υπηρεσίας ή παρεχομένων υπό της Δημοτικής ή Κοινοτικής Αρχής καταρτίζει και υποβάλλει το καταστατικόν εις τον οικείον Νομάρχην προς έγκρισιν.

     3. Θεωρούνται μέλη του Συνεταιρισμού, τα λαβόντα μέρος εις την συνέλευσιν και προσυπογράψαντες το καταστατικόν. Από της εγκρίσεως δε υπό του Νομάρχου του ψηφισθέντος υπό της συνελεύσεως καταστατικού θεωρούνται ως μέλη του Συνεταιρισμού άπαντες οι ιδιοκτήται ή διακάτοχοι των δασών ή δασικών εκτάσεων, διά τα οποία συνεστήθη ο Συνεταιρισμός.

     4. Εις την περίπτωσιν συστάσεως του Συνεταιρισμού κατά την παράγραφον 2, από της εγκρίσεως υπό του Νομάρχου του καταστατικού, καθίστανται μέλη του Συνεταιρισμού άπαντες οι ιδιοκτήται ή διακάτοχοι των δασών ή δασικών εκτάσεων, διά τα οποία συνεστήθη ο Συνεταιρισμός, οι αναφερόμενοι εις τον κατάλογον του Δασάρχου ή Διευθυντού Δασών. Εις την περίπτωσιν ταύτην δύναται ο Νομάρχης να διορίση παρά τω Συνεταιρισμώ Επίτροπον, εις τον οποίον να ανατεθή προσωρινώς η άσκησις καθηκόντων Διοικητικού Συμβουλίου συμφώνως προς τας οικείας διατάξεις του Ν. 921/1979 "περί Γεωργικών Συνεταιρισμών". Ούτος μεριμνά προσέτι διά την ταχείαν σύγκλησιν της συνελεύσεως των μελών του Συν/σμού προς εκλογήν τακτικού Διοικητικού Συμβουλίου.

Πηγές: ’ρθρο 2 Π.Δ/τος 796/1981

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*64

Σύνταξις των Καταστατικών

     1. Τα καταστατικά ΑΔΣΠ δέον να συντάσσονται κατά τας διατάξεις του Νόμου 998/1979, του Νόμου 921/1979 και του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος.

     2. Οι υφιστάμενοι και λειτουργούντες Αναγκαστικοί Συνεταιρισμοί Δασοκτημόνων εντός χαρακτηρισθεισών ως επικινδύνων ή οικιστικών περιοχών προσκτώμενοι και τον χαρακτήρα του Αναγκαστικού Δασικού Συνεταιρισμού Προστασίας δέον να προσαρμόσουν, κατά την διαδικασίαν του Ν. 921/1979, τα καταστατικά των συμφώνως προς τας διατάξεις του Ν.998/79 και του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος.

     3. Οι Οικοδομικοί Συνεταιρισμοί οι καθιστάμενοι αυτοδικαίως και Αναγκαστικοί Συνεταιρισμοί Δασικής Προστασίας, συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 50 & 2 του Ν.998/79, δέον να προσαρμόσουν κατά την διαδικασίαν του Ν. 602/1915, "περί συνεταιρισμών" τα καταστατικά των, συμφώνως προς τας διατάξεις του Ν.998/79 και του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος.

     4. Συνεταιρισμοί, περί ων αι παράγραφοι 2 και 3, προσκτώμενοι και τον χαρακτήρα του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Προστασίας, διέπονται ως προς την ιδιότητα ταύτην υπό των διατάξεων του παρόντος Διατάγματος.

Πηγές: ’ρθρο 3 Π.Δ/τος 796/1981

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*65

Καταχώρησις του καταστατικού

     1. Η εγκριτική απόφασις και το καταστατικόν των ΑΔΣΠ καταχωρούνται εις ειδικόν μητρώον, το οποίον τηρείται εις το αρμόδιον Δασαρχείον. Εις το μητρώον τούτο αναγράφονται ειδικότερον:

     α) Ο αριθμός και η ημερομηνία της εγκριτικής αποφάσεως.

     β) Η επωνυμία, η έδρα και η περιοχή του Συνεταιρισμού.

     Επίσης τηρείται ιδιαίτερος φάκελος εις τον οποίον τίθεται πίναξ των καθ'έκαστον έτος διαγραφομένων και εγγραφομένων νέων μελών καθώς και πίναξ των ονομάτων των εκάστοτε μελών του Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου με δείγμα της υπογραφής των.

     Την ευθύνην της καταθέσεως και του περιεχομένου των πινάκων αυτών έχει το Διοικητικόν Συμβούλιον του Συνεταιρισμού.

     2. Κυρωμένα αντίγραφα των εγκριτικών αποφάσεων των Νομαρχών, των καταστατικών των ΑΔΣΠ, των Αναγκαστικών Συνεταιρισμών Δασοκτημόνων και Οικοδομικών Συνεταιρισμών προσκτωμένων και τον χαρακτήρα του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Προστασίας, αποστέλλονται εις την Γενικήν Δ/νσιν Δασών και Δασικού Περιβάλλοντος προκειμένου να καταχωρηθούν εις το τηρούμενον παρ'αυτή μητρώον Αναγκαστικών Συνεταιρισμών Προστασίας.

Πηγές: ’ρθρο 4 Π.Δ/τος 796/1981

 

’ ρ θ ρ ο ν  16*66

Εκπροσώπησις ανηλίκων μελών και στερουμένων της ελευθέρας διαχειρίσεως της περιουσίας των.

     Τα ανήλικα μέλη ΑΔΣΠ και τα στερούμενα της ελευθέρας διαχειρίσεως της περιουσίας των εκπροσωπούνται κατά τας περί τούτων κειμένας διατάξεις.

Πηγές: ’ρθρο 5 Π.Δ/τος 796/1981

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*67

Γενική Συνέλευσις των μελών

     Η Γενική Συνέλευσις η οποία είναι το ανώτατον όργανον του Συνεταιρισμού, συγκαλείται, συγκροτείται, συνεδριάζει και αποφασίζει συμφώνως προς τας οικείας διατάξεις του Ν.921/1979, ασκεί δε τας αρμοδιότητας τας προβλεπομένας υπό του Νόμου τούτου.

Πηγές: ’ρθρο 6 Π.Δ/τος 796/1981

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*68

Δικαίωμα Ψήφου

     1. Εκαστον μέλος του Συνεταιρισμού δικαιούται μιας ψήφου εφ'όσον τυγχάνει ιδιοκτήτης ή διακάτοχος αυτοτελούς τμήματος ή δασικού μεριδίου εμβαδού τουλάχιστον ίσου προς το 1/30 του συνόλου των ιδιωτικών ή διακατεχομένων δασών ή δασικών εκτάσεων του Συνεταιρισμού, εάν η όλη έκτασις αυτών είναι μικροτέρα των 2.000 στρεμμάτων, το 1/40 τουλάχιστον διά έκτασιν από 2.001 έως 5.000 στρεμ. το 1/50 διά έκτασιν από 5.001 έως 10.000 στρεμ., το 1/60 διά έκτασιν 10.001 έως 15.000 στρεμ., το 1/70 διά έκτασιν από 15.001 έως 20.000 στρεμ., το 1/80 εφ'όσον η έκτασις είναι μεγαλυτέρα των 20.000 στρεμ.

     2. Μέλη του Συνεταιρισμού έχοντα ιδιόκτητον ή διακατεχομένην έκτασιν δάσους ή δασικής εκτάσεως κατωτέραν των εις την προηγουμένην παράγραφον οριζομένων διά την απόκτησιν μιας ψήφου δύνανται συνενούμενα να αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου εφ'όσον υποβάλουν δήλωσιν κοινής εκπροσωπήσεώς των εις τον Συνεταιρισμόν. Το δικαίωμα ψήφου ασκούν ούτοι τότε δι'ενός εξ αυτών αντιπροσώπου εκλεγομένου κατ'έτος παρά των ιδίων και κατά απόλυτον πλειοψηφίαν προσκλήσει και παρουσία του προέδρου του Συνεταιρισμού.

     3. Διά την κατά την προηγουμένην παράγραφον εκλογήν απαιτείται η παρουσία του ημίσεως του όλου αριθμού των συνενουμένων ιδιοκτητών ή διακατόχων αυτοτελών τμημάτων ή ιδανικών μεριδίων, αποφαινομένων διά απολύτου πλειοψηφίας. εάν κατά την πρώτην ουδείς τύχη απολύτου πλειοψηφίας, επαναλαμβάνεται την επομένην ημέραν τη παρουσία οσωνδήποτε εκ των συνενουμένων, στενωτέρα εκλογή μεταξύ των δύο πρώτων σχετικών πλειοψηφισάντων. Εν ισοψηφία καθώς και όταν πρόκειται περί δύο ιδιοκτητών ή διακατόχων η εκλογή γίνεται διά κλήρου.

     Το κατά τα ανωτέρω αποκτώμενον δικαίωμα ψήφου δεν ανακαλείται κατά την διάρκειαν του οικονομικού έτους.

     Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν οι κληθέντες προς εκλογήν ιδιοκτήται ή διακάτοχοι δεν προσέλθουν τότε οι ιδιοκτησίαι ή διακατοχαί θεωρούνται ως απούσαι κατά τας συνελεύσεις.

     4. Οσάκις μέλος τι του Συνεταιρισμού τυγχάνει ιδιοκτήτης ή διακάτοχος αυτοτελούς τμήματος ή ιδανικού μεριδίου δάσους ή δασικής εκτάσεως μεγαλυτέρου των εις την & 1 οριζομένων ορίων διά την απόκτησιν μιας ψήφου, τότε δικαιούται τούτο τόσων ψήφων όσα πολλαπλάσια του ορίου διά μιαν ψήφον έχει τούτο, ουδέποτε όμως περισσοτέρων των 20% του συνόλου των ψήφων.

Πηγές: ’ρθρο 7 Π.Δ/τος 796/1981

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*69

Όργανα Διοικήσεως

     1. ΟΙ ΑΔΣΠ διοικούνται υπό διοικητικού και εποπτικού Συμβουλίου εκλεγομένων κατά τας οικείας διατάξεις του Νόμου 921/1979 και εχόντων τας υπό του Νόμου τούτου προβλεπομένας αρμοδιότητας.

     2. Η διοίκησις και η εποπτεία των Συν/σμών καταρτίζεται μόνον εκ των προσώπων των ασκούντων δικαίωμα ψήφου ιδίω δικαιώματι ή και ασκούντων τούτο δι'εαυτούς και ως αντιπροσώπων άλλων συμμεριδιούχων. Οι μη κεκτημένοι ψήφον εις την συνέλευσιν δεν δύνανται να εκλεγούν μέλη της Διοικήσεως και της Εποπτείας του Συνεταιρισμού.

     3. Δεν δύναται να χωρήση ανάκλησις της εντολής προς αντιπρόσωπον μετέχοντα της Διοικήσεως και Εποπτείας προ της λήξεώς της διά του καταστατικού οριζομένης θητείας.

Πηγές: ’ρθρο 8 Π.Δ/τος 796/1981

 

’ ρ θ ρ ο ν  16*70

Απόφασις του Υπουργού Γεωργίας σχετικά με τη λειτουργία των ΑΔΣΠ

     Διά αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας δημοσιευομένης διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως ρυθμίζεται πάσα ετέρα λεπτομέρεια αφορώσα εις την λειτουργίαν των ΑΔΣΠ διά την πραγμάτωσιν των σκοπών των.

Πηγές: ’ ρθρο 9 Π.Δ/τος 796/1981

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*71

Οικονομικοί πόροι και διαχείρισις αυτών.

     1. Εκαστον μέλος του Συνεταιρισμού υποχρεούται εις την καταβολήν ετησίας εισφοράς, καθοριζομένης υπό της Γενικής Συνελεύσεως, η οποία δεν είναι δυνατόν να είναι κατωτέρα των δύο δραχμών κατά στρέμμα δάσους ή δασικής εκτάσεως.

     2. Εκαστον μέλος του Συνεταιρισμού υποχρεούται εις την καταβολήν δικαιώματος εγγραφής εξ εκατόν δραχμών (100).

     3. Αι υπό του άρθρου 17 & 4 και 5 του Ν.998/79 προβλεπόμεναι οικονομικαί υποχρεώσεις και οικονομικά κίνητρα, ως και αι πάσης φύσεως επιχορηγήσεις, τυχόν δωρεαί κλπ. αποτελούν ομού μετά των εις τας προηγουμένας παραγράφους εισφορών, τους οικονομικούς πόρους του Συνεταιρισμού και χρησιμοποιούνται αποκλειστικώς διά την εκπλήρωσιν των σκοπών του.

     4. Διά αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως του Συνεταιρισμού δύναται να επιβληθή έκτακτος εισφορά προς αντιμετώπισιν εκτάκτων και απροβλέπτων αναγκών.

     5. Διά την διαχείρισιν των οικονομικών πόρων και την άσκησιν αρμοδίως οικονομικού ελέγχου ο Συνεταιρισμός υποχρεούται εις την τήρησιν βιβλίου ταμείου εις το οποίον καταχωρούνται κατά πηγήν τα πάσης φύσεως έσοδα και αι κατά κατηγορίαν δραστηριότητος δαπάναι του.

     6. ’παξ τουλάχιστον του έτους ο αρμόδιος Δασάρχης ή Διευθυντής Δασών αυτοπροσώπως ή διά των οργάνων του προβαίνει εις ταμειακόν έλεγχον του Συνεταιρισμού.

Πηγές: ’ρθρο 10 Π.Δ/τος 796/1981

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*72

Προϋπολογισμός -Απολογισμός

     1. Το οικονομικόν έτος του Συνεταιρισμού άρχεται από την 1ην Ιανουαρίου και λήγει την 31ην Δεκεμβρίου του ιδίου έτους.

     2. Εις την αρχήν του έτους συντάσσεται ο ετήσιος προϋπολογισμός του Συνεταιρισμού και απολογισμός του προηγουμένου έτους.

     3. Εις τον προϋπολογισμόν περιλαμβάνονται πάντα τα προβλεπόμενα έσοδα εξ απασών των πηγών και τα πραγματοποιηθησόμενα έξοδα αναλυτικώς κατά κατηγορίαν δραστηριότητος.

     4. Ο προϋπολογισμός υποβάλλεται αμελλητί εντός του πρώτου 15θημέρου του Φεβρουαρίου εις την Γενικήν Συνέλευσιν προς έγκρισιν ή τυχόν τροποποίησιν και ακολούθως εις την εποπτεύουσαν Δασικήν αρχήν προς έλεγχον της νομιμότητος και έγκρισιν.

     5. Μέχρις εγκρίσεως του προϋπολογισμού δύναται να πραγματοποιούνται δαπάναι μέχρι του (1/12) ενός δωδεκάτου του συνολικού ύψους ετησίου προϋπολογισμού του προηγουμένου έτους εν περιπτώσει δε μεγαλυτέρας εκτάκτου δαπάνης θα ζητήται η έγκρισις από την αρμοδίαν Δασικήν Αρχήν μετά προηγουμένην γνωμοδότησιν της Γενικής Συνελεύσεως.

Πηγές: ’ρθρο 11 Π.Δ/τος 796/1981

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*73

Συμπαράστασις -Εποπτεία

     1. Ως ανωτέρα εποπτική αρχή των ΑΔΣΠ καθορίζεται η Γενική Διεύθυνσις Δασών και Δασικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας.

     2. Ως αμέσως εποπτεύουσαι Αρχαί καθορίζονται αι οικείαι Νομαρχίαι διά των Δασαρχείων ή Δ/νσεων Δασών άνευ Δασαρχείων, εις την περιφέρειαν των οποίων υπάγονται αι έδραι των Συνεταιρισμών.

     3. Η εποπτεία έχει ως σκοπόν την νόμιμον λειτουργίαν των ΑΔΣΠ και την υποβοήθησιν του έργου των διά την αποδοτικήν λειτουργίαν και ανάπτυξιν των δραστηριοτήτων αυτών. Διά την επίτευξιν του σκοπού αυτού το Υπουργείον Γεωργίας προβαίνει εις την παροχήν οδηγιών, την διατύπωσιν προτύπων καταστατικών, την σύνταξιν μελετών και την διενέργειαν ερευνών επί των προβλημάτων των Συνεταιρισμών.

     4. Η εποπτεία αποβλέπει προσέτι εις την διαπίστωσιν των τυχόν παραβάσεων του Νόμου, του καταστατικού και των κανονισμών υπό των οργάνων των Συνεταιρισμών και εις την αποκατάστασιν της νομίμου λειτουργίας τούτων.

Πηγές: ’ρθρο 12 Π.Δ/τος 796/1981

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*74

Προϋποθέσεις συγχωνεύσεως

     1. Συγχώνευσις δύο ή περισσοτέρων ΑΔΣΠ πραγματοποιείται είτε προς ίδρυσιν ενός νέου Συνεταιρισμού εις τον οποίον ενσωματούνται άπαντες οι συγχωνευόμενοι Συνεταιρισμοί είτε διά της ενσωματώσεως ενός ή περισσοτέρων Συνεταιρισμών εις ένα άλλον λειτουργούντα Συνεταιρισμόν Προστασίας. Οι κανόνες οι ρυθμίζοντες τη δημιουργίαν νέου Συνεταιρισμού διά της συγχωνεύσεως ενσωματώσεως ενός ή περισσοτέρων Συνεταιρισμών εις άλλον ήδη λειτουργούντα.

     2. Η συγχώνευσις είναι δυνατή μόνον εφ'όσον οι συγχωνευόμενοι Συν/σμοί εδρεύουν εις την αυτήν περιφέρειαν ή αι περιφέρειαι των συνορεύουν, ώστε να σχηματίζεται μια ενιαία περιφέρεια διά τον νέον Συνεταιρισμόν.

     3. Διά την συγχώνευσιν απαιτείται προηγουμένη απόφασις εκάστης των Γενικών Συνελεύσεων των υπό συγχώνευσιν Συνεταιρισμών.

     4. Μετά την λήψιν της ως άνω αποφάσεως τα Διοικητικά Συμβούλια των υπό συγχώνευσιν Συνεταιρισμών συγκαλούν διά προσκλήσεώς των κοινήν Γενικήν Συνέλευσιν των μελών αυτών.

     Η Συνέλευσις αύτη εκλέγει προσωρινόν διοικητικόν συμβούλιον και εποπτικόν τοιούτον του νέου Συνεταιρισμού και εγκρίνει τας τροποποιήσεις αίτινες δέον να επέλθουν εις το καταστατικόν του Συνεταιρισμού εις το οποίον ενσωματούνται οι άλλοι ή ψηφίζει το καταστατικόν του Συνεταιρισμού του προκύπτοντος εκ της συγχωνεύσεως.

     5. Η τροποποίησις του καταστατικού ή των νέων καταστατικών εγκρίνεται διά αποφάσεων του Νομάρχου. Η συγχώνευσις συντελείται άμα τη καταχωρήσει εις το ειδικόν μητρώον του αρμοδίου Δασαρχείου της εγκριτικής αποφάσεως και του τροποποιουμένου καταστατικού ή του νέου τοιούτου συμφώνως προς τα οριζόμενα εις το άρθρον 4.

     Από της ημερομηνίας ταύτης άπαντα τα περιουσιακά στοιχεία των συγχωνευομένων Συνεταιρισμών αποτελούν περιουσίαν του νέου Συνεταιρισμού.

     6. Εντός 15 ημερών από της καταχωρήσεως της εγκριτικής αποφάσεως εις το ειδικόν μητρώον του Δασαρχείου, το προσωρινόν Δ.Σ. συγκαλεί τα μέλη του νέου Συνεταιρισμού εις Γενικήν Συνέλευσιν διά την εκλογήν των οργάνων αυτού.

Πηγές: ’ρθρο 13 Π.Δ/τος 796/1981

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*75

Διαδικασία Συγχωνεύσεως

     1. Η συγχώνευσις συνεπάγεται, από της ημέρας καθ'ην συνετελέσθη αύτη την καθολικήν διαδοχήν του νέου Συνεταιρισμού εις όλα τα δικαιώματα και τας υποχρεώσεις των συγχωνευθέντων Συνεταιρισμών.

     2. Τα μέλη των συγχωνευθέντων Συνεταιρισμών θεωρούνται υποχρεωτικώς μέλη του νέου Συν/σμού με όλα τα δικαιώματα και τας υποχρεώσεις όπως καθορίζονται ταύτα υπό του νέου καταστατικού. Η προσωρινή ευθύνη των μελών του νέου Συνεταιρισμού, διά χρέη ενός των συγχωνευθέντων Συνεταιρισμών, εφ'όσον ταύτα έχουν καταστή ληξιπρόθεσμα προ της συγχωνεύσεως, περιορίζεται εις τους συνεταίρους οι οποίοι ήσαν μέλη του τελευταίου αυτού Συνεταιρισμού.

Πηγές: ’ρθρο 14 Π.Δ/τος 796/1981

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*76

Διάλυσις Συνεταιρισμών

     1. Απόφασις προς εκουσίαν διάλυσιν του Συνεταιρισμού υπό της Γενικής Συνελεύσεως δεν δύναται να ληφθή. Ο Συνεταιρισμός διαλύεται καθ'ον τρόπον συνεστήθη τουτέστιν μετ' απόφασιν του οικείου Νομάρχου εκδιδομένην προτάσει του αρμοδίου Δασάρχου ή Διευθυντού Δασών.

     2. Λόγοι αναγκαστική διαλύσεως του Συνεταιρισμού είναι η έκλειψις των κατά νόμον προϋποθέσεων της συστάσεως του Συνεταιρισμού.

     3. Εν περιπτώσει διαλύσεως του Συνεταιρισμού η περιουσία αυτού διατίθεται οπωσδήποτε διά την εκτέλεσιν των εν παραγράφω 4 του άρθρου 16 του Ν.998/79 αναγκαίων προστατευτικών τεχνικών έργων μερίμνη της Δασικής Υπηρεσίας συμφώνως προς τα εν αυτώ οριζόμενα.

Πηγές: ’ρθρο 15 Π.Δ/τος 796/1981

 

’ ρ θ ρ ο ν   16*77

Εκούσιοι Δασικοί Συνεταιρισμοί Προστασίας

     Κατά τας διατάξεις του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος δύναται να συνιστώνται και εκούσιοι Δασικοί Συνεταιρισμοί Προστασίας υπό ιδιοκτητών δασών ή δασικών εκτάσεων ως και υπό διακατόχων δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων μη συμπεριλαμβανομένων εις επικινδύνους περιοχάς ή να μετέχουν εκουσίως εις συσταθέντας ΑΔΣΠ.

Πηγές: ’ρθρο 16 Π.Δ/τος 796/1981