ΠΡΟΦΙΛ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ  | ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ |  ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ - ISO |  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ  |  LINKS |  ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

 
 
Βιβλιοθήκη
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
ΠΥΡΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ
ΔΟΧΕΙΩΝ
ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΡΑ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
ΔΟΚΙΜΕΣ ΚΑΤΑΣΒΕΣΤΙΚΗΣ
ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΡΩΝ
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΡΑΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΠΥΡΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΥΡΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΤΙΡΙΩΝ
ΑΥΤΟΜΑΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑΣΒΕΣΗΣ
ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΥΡΑΝΙΧΝΕΥΣΗΣ

 

Δομική πυροπροστασία

Κάθε πυρκαγιά έχει ορισμένες επιπτώσεις στην κατασκευή που προσβάλλει, καθώς και στους ενοίκους που τυχαίνει να βρίσκονται στο κτίριο. Οι Κανονισμοί επιβάλλουν μέτρα δομικής πυροπροστασίας που αφορούν κύρια την ασφάλεια των ενοίκων, αλλά μέριμνα του μελετητή αποτελεί και η προστασία της κατασκευής. 'Άλλωστε τα μέτρα πυροπροστασίας της κατασκευής έχουν ευνοϊκή επίδραση στην ασφάλεια των ατόμων.
Τα μέτρα δομικής πυροπροστασίας έχουν άμεση σχέση με το βαθμό επικινδυνότητας της δομικής κατασκευής. Ο βαθμός αυτός εξαρτάται από τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά του κτιρίου, από τα διάφορα κατασκευαστικά στοιχεία, από τα περιεχόμενα και από το πλήθος και τα χαρακτηριστικά των χρηστών. Με τα παραπάνω κριτήρια τα κτίρια ταξινομούνται σε διάφορες κατηγορίες βαθμού επικινδυνότητας (υψηλή-μέση-χαμηλή).
Υπάρχουν δύο περιπτώσεις στην περιγραφή των μέτρων δομικής πυροπροστασίας: α) Η περίπτωση που εξετάζει τη φωτιά «από και προς» ένα κτίριο και β) η περίπτωση της ανάπτυξης της φωτιάς «μέσα» στο κτίριο.

Μετάδοση της φωτιάς «από και προς» το κτίριο

Το κτίριο θεωρείται μονάδα ενταγμένη στον περιβάλλοντα υλικό-δομικό χώρο με διπλή λειτουργία του «πομπού» και του «αποδέκτη» μιας φωτιάς. Όταν, η φωτιά φθάσει στο στάδιο της «καθολικά αναπτυγμένης», παράγονται μεγάλες ποσότητες θερμότητας, που διαδιδόμενες κύρια με «ακτινοβολία» αλλά και με «μεταφορά» μπορούν κάτω από ορισμένες συνθήκες, να προκαλέσουν ανάφλεξη σε κτίσματα γειτονικά. Αντίστροφα, το κτίριο πρέπει να προστατευθεί από την προσβολή μιας φωτιάς που προέρχεται από όμορα κτίρια.

Χωροθέτηση του κτιρίου

Δεν είναι οι απαιτήσεις πυροπροστασίας το καθοριστικό κριτήριο επιλογής του οικοπέδου και χωροθέτησης ενός κτιρίου μέσα σ' αυτό. Είναι ανάγκη όμως να συνεκτιμούνται οι θετικές ή αρνητικές επιπτώσεις από την πλευρά της πυρασφάλειας για την αρχική αυτή επιλογή, γιατί ένα οικόπεδο με πρόσθετους περιορισμούς αναγκάζει το μελετητή σε αυξημένα - άρα και δαπανηρά - μέτρα πυροπροστασίας. Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζουν:
α) Οι συνθήκες κυκλοφορίας γύρω από το οικόπεδο. Ο χρόνος άφιξης της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας είναι ζωτικότατος σε σχέση με την έκταση που μπορεί να πάρει η καταστροφή. Δε θεωρούνται ιδανικοί, ούτε οι μεγάλοι αυτοκινητόδρομοι με πυκνή κυκλοφορία, ούτε όμως και οι στενοί και δύσβατοι δρόμοι που θα αύξαναν τον κρίσιμο χρόνο επέμβασης της Π. Υ.
β) Η απόσταση του πλησιέστερου Πυροσβεστικού Σταθμού από το οικόπεδο. Στην Ελλάδα γενικά το δίκτυο των Πυροσβεστικών Σταθμών είναι αραιό, με αποτέλεσμα να έχουμε μερικές φορές χρόνους επέμβασης της τάξης των 1-2 ωρών, που δε θεωρούνται αποδεκτοί σύμφωνα με τα διεθνή δεδομένα.
γ) Το υδάτινο δυναμικό της περιοχής. Εξετάζονται δηλαδή, αν υπάρχουν δυνατότητες γεωτρήσεων για άντληση νερού ή αν υπάρχει κοντά κάποια μεγάλη παροχή (ποταμός, λίμνη, πηγή κλπ.), ή αν το αστικό υδραυλικό δίκτυο έχει την απαιτούμενη παροχή και πίεση για την αντιμετώπιση έκτακτης ανάγκης πυρκαγιάς.
δ) Η διεύθυνση και η ένταση των κυρίων ανέμων της περιοχής. Η διεύθυνση των κυρίων ανέμων μπορεί να είναι ανασταλτική είτε υποβοηθητική για την εξάπλωση της πυρκαγιάς. Αλλά είναι πιθανό, τη μέρα της πυρκαγιάς να πνέουν άνεμοι αντίθετης διεύθυνσης από τους κύριους. Είναι λοιπόν η πρόβλεψη δύσκολη και πολύπλοκη. Γιαυτό ένα υπήνεμο οικόπεδο είναι πάντοτε προτιμητέο, αν και αποτελεί σπάνια περίπτωση.

Διευκολύνσεις για την πυροσβεστική υπηρεσία

Η προσπέλαση των πυροσβεστικών οχημάτων προς το κτίριο που προσβλήθηκε, πρέπει να είναι όσο γίνεται πιο άνετη. Αυτό εξαρτάται από τη μορφή, το ύψος και τον όγκο του κτιρίου, από το σύστημα δομήσεως (συνεχές, πανταχόθεν ελεύθερο κλπ.) από το είδος, τη θέση και το πλήθος των υδροδοτικών σημείων, καθώς και από τον τύπο των πυροσβεστικών αντλιών. Όσο αυξάνει ο όγκος και το ύψος του κτιρίου, τόσο αυξάνει και το ποσοστό της περιμέτρου που πρέπει ν' αφήνετε ελεύθερο για τα πυροσβεστικά οχήματα. Π.χ. για όγκους κτιρίων μεταξύ 7100 m3 - 28.500 m3 και ύψος μεγαλύτερο των 9 m, πρέπει ν' αφήνετε ελεύθερο για προσπέλαση το 50% της περιμέτρου.
Για τις σύγχρονες πυροσβεστικές αντλίες με υδραυλική πλατφόρμα, οι ξένοι Κανονισμοί επιβάλλουν περιμετρικούς δρόμους πλάτους τουλάχιστον 4-5 m, σε αποστάσεις από το κτίριο κυμαινόμενες από 5 ως 13 m. Οι χώροι  ελιγμών πρέπει να έχουν μια ελάχιστη διάμετρο κύκλου 17-20 m. Οι κλίσεις των δρόμων προσπέλασης δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερες του 10%.
Την Πυροσβεστική Υπηρεσία διευκολύνει σημαντικά η ύπαρξη υδροδοτικού δικτύου εγκατεστημένου μέσα στο κτίριο, ειδικά όταν πρόκειται για υψηλά κτίρια (υψηλότερα των 6 ορόφων). Υπάρχουν υδροδοτικά δίκτυα ξηρού τύπου (σωλήνες κενοί από νερό) για ύψη κτιρίων 18-60 m και υγρού τύπου (δίκτυο γεμάτο υπό πίεση) για κτίρια με ύψος πάνω από 60 m, όπου το νερό θα πρέπει να έχει μία πίεση μεταξύ 4-5 bar. Σε κτίρια με τέτοια υδροδοτικά δίκτυα, θα πρέπει να προβλέπεται χώρος για την προσπέλαση του πυροσβεστικού οχήματος ώστε να είναι δυνατή η σύνδεση του δικτύου με την αντλία.
Πιο συνηθισμένα είναι τα υδροδοτικά σημεία έξω από τα κτίρια, όπου οι πυροσβεστικές αντλίες μπορούν ν' ανεφοδιαστούν άνετα με νερό. Αυτές οι παροχές, που μπορούν να είναι υπέργειες ή υπόγειες, δεν πρέπει ν' απέχουν μεγάλη απόσταση από τα κτίρια (Σχ. 8).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τέλος σε λεβητοστάσια όπου χρησιμοποιούνται υγρά καύσιμα (πετρέλαιο, μαζούτ, κλπ.), προβλέπονται σημεία εισαγωγής αφρού, ο οποίος χρησιμοποιείται σε ανάμειξη με νερό για την καταπολέμηση αυτής της κατηγορίας των πυρκαγιών (Σχ. 9.)·
Για τα σύγχρονα υψηλά κτίρια ουσιαστική θα ήταν και η τοποθέτηση εφεδρικών ανελκυστήρων για την περίπτωση πυρκαγιάς, οι οποίοι χρησιμοποιούνται κυρίως από τους πυροσβέστες και τροφοδούνται και από εφεδρική πηγή ηλεκτρικού ρεύματος.

 

 

 

 

 

 

Εξάπλωση της φωτιάς από κτίριο σε κτίριο

Η εξάπλωση της πυρκαγιάς από ένα κτίριο υψηλό προς κάποιο γειτονικό χαμηλότερο γίνεται με ακτινοβολία σε οριζόντια μόνο κατεύθυνση (Σχ. 10) και κυρίως σε όψεις που είναι τοποθετημένες σ' επίπεδα παράλληλα με το επίπεδο της εξωτερικής τοιχοποιίας που ακτινοβολεί.

 

 

 

 

 

 

Στην περίπτωση που το κτίριο «πομπός» είναι χαμηλότερο, εκτός από την οριζόντια ακτινοβολία ο κίνδυνος μετάδοσης μπορεί να προέλθει από την επιστέγαση προς τους υψηλότερους ορόφους του κτιρίου «αποδέκτη» (Σχ. 11).

 

 

 

 

 

Ο κίνδυνος μετάδοσης της φωτιάς εξαρτάται από την ποσότητα της ακτινοβολούμενης θερμότητας και από τις θερμικές ιδιότητες (κυρίως την πυραντίσταση) των ομόρων κτιρίων, που είναι πιθανό να λειτουργήσουν είτε σαν «πομποί» είτε σαν «αποδέκτες» μιας πυρκαγιάς. Στην πράξη χρησιμοποιούνται δύο βασικές τεχνικές πυροπροστασίας. Αυξάνεται η απόσταση μεταξύ των δύο κτισμάτων (Σχ. 12α), ώστε η ένταση της ακτινοβολίας από το φλεγόμενο κτίριο Α να μην ξεπεράσει τα όρια ανάφλεξης υλικών στο προσβαλλόμενο κτίριο Β. Από την άλλη μεριά, μπορεί να δημιουργηθεί πυροφραγμός μεταξύ του φλεγόμενου κτιρίου Α και του υποψήφιου αποδέκτη Β, είτε με την αύξηση της πυραντίστασης των εξωτερικών τοιχοποιιών (Σχ. 12β), είτε με κατασκευή ιδιαιτέρου φραγμού (π.χ. ένα υψηλό τοιχίο) μεταξύ των κτιρίων (Σχ. 12γ). "Όταν τα κτίρια είναι σε επαφή (συνεχές σύστημα d = 0), η διαχωριστική μεσοτοιχία πρέπει να έχει μια αυξημένη πυραντίσταση (σύμφωνα με τους αυστηρούς Αμερικανικούς Κανονισμούς ASTM, 3 ωρών).
Οι δύο παραπάνω τεχνικές πυροπροστασίας χρησιμοποιούνται συνήθως σε συνδυασμό. Οι θεωρητικές αποστάσεις ασφαλείας d, που επιβάλλονται από τους Κανονισμούς ή υπολογίζονται με κάποια αναλυτική μέθοδο, προκύπτουν συνήθως μεγάλες, όταν μάλιστα πρόκειται για κτίρια με μεγάλο ποσοστό παραθύρων στις εξεταζόμενες όψεις. Σε υφιστάμενα κτίρια με ανεπαρκείς μεταξύ τους αποστάσεις, επιδιώκεται η αύξηση της πυραντίστασης των εξωτερικών τοίχων ή λήψη πρόσθετων μέτρων. Σε περίπτωση όπου είναι άγνωστη η θέση και το μέγεθος ενός μελλοντικού γειτονικού κτίσματος, ο υπολογισμός της απόστασης ασφαλείας d γίνεται με την υπόθεση ότι, το μελλοντικό κτίριο υφίσταται σε θέση και σε μέγεθος σύμφωνα με τους ισχύοντες όρους δομήσεως.

Μετάδοση της θερμότητας με «μεταφορά»

Είναι η λιγότερο συνηθισμένη περίπτωση και συνοδεύει συνήθως τη μετάδοση θερμότητας με «ακτινοβολία». Ευπρόσβλητες είναι κατασκευές με εύφλεκτους εξωτερικούς τοίχους. Προϋποθέσεις μετάδοσης με «μεταφορά» είναι η ύπαρξη καιρικών συνθηκών ξηρασίας και ειδικής κατεύθυνσης και έντασης του ανέμου, που μπορεί να μεταφέρει στερεά φλεγόμενα σωματίδια («ιπτάμενους δαυλούς») σε μεγάλες αποστάσεις. Σε καταστάσεις νηνε-μίας η μετάδοση θερμότητας με «μεταφορά» είναι μικρή, εξαιτίας της αισθητής μείωσης της θερμοκρασίας των καυσαερίων, όσο απομακρύνονται από το άνοιγμα που εκπέμπονται. Αλλά, όπως αναφέρθηκε, η επίδραση του ανέμου είναι πολύπλοκο φαινόμενο και δύσκολα μπορεί να γίνει ασφαλής πρόβλεψη.

Μετάδοση της θερμότητας με «ακτινοβολία»

Είναι η πιο συνηθισμένη και σοβαρή περίπτωση που επιβάλλει τη λήψη αποτελεσματικών πυροπροστατευτικών μέτρων.
Όλα τα σώματα εκπέμπουν ενέργεια με τη μορφή ακτινοβολίας. Η ποσότητα της ακτινοβολούμενης θερμότητας από μια όψη ενός κτιρίου εξαρτάται από:
●το πυροθερμικό φορτίο του χώρου του κτιρίου που φλέγεται ●τη γεωμετρία του πυροδιαμερίσματος ●την επιφάνεια της όψης που εκπέμπει την ακτινοβολία ●την επιφάνεια των ανοιγμάτων της όψης που ακτινοβολεί ●τα χαρακτηριστικά εξαερισμού του πυροδιαμερίσματος ●τα θερμικά χαρακτηριστικά των εσωτερικών τελειωμάτων του πυροδιαμερίσματος  ●τη διεύθυνση και την ταχύτητα του ανέμου στη διάρκεια της πυρκαγιάς.

Η μέγιστη τιμή της έντασης της ακτινοβολίας από μια φωτιά σε ένα πυροδιαμέρισμα, παρατηρείται στη διάρκεια του σταδίου της «καθολικά αναπτυγμένης φωτιάς». Πειραματικές μετρήσεις και θεωρητικοί υπολογισμοί έδωσαν τιμές μέγιστων εντάσεων ακτινοβολίας, από ένα πυροδιαμέρισμα, που έχει στο εσωτερικό του δύσκολα αναφλέξιμες επενδύσεις, 20 cal/cm2 · s, ενώ όταν έχει εύφλεκτες επενδύσεις γύρω στα 40 cal/cm2 · s. Αυτές όμως οι τιμές αιχμής διατηρούνται για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, ενώ στο μεταξύ αρχίζει κάποια κατασβεστική ενέργεια. Έτσι για τον υπολογισμό των αποστάσεων ασφαλείας των κτιρίων, δεχόμαστε τιμές έντασης ακτινοβολίας κυμαινόμενης από 2 ως 4 cal/cm2 · s, ανάλογα με το πυροθερμικό φορτίο του κτιρίου.

 

Η ανάφλεξη των υλικών της εξωτερικής επιφανείας ενός κτιρίου εξαρτάται κυρίως από τις θερμικές του ιδιότητες (θερμοπερατότητα, ειδική θερμότητα, αναφλεξιμότητα κλπ.), την ένταση της δεχόμενης ακτινοβολίας και το χρονικό διάστημα της έκθεσης του σ' αυτήν την ακτινοβολία. Οι διαστάσεις των δεχόμενων την ακτινοβολία υλικών είναι δευτερεύουσας σημασίας. Για το προσβαλλόμενο κτίριο ρόλο παίζουν η πυραντίσταση και η θερμοχω-ρητικότητα των εξωτερικών τοίχων, το ποσοστό επιφανείας των ανοιγμάτων, η κατασκευαστική μορφή της επιστέγασης, ο προσανατολισμός των εξωτερικών επιφανειών, η φύση και η ποσότητα των περιεχομένων, η φύση των εσωτερικών τελειωμάτων κ.α.
Για κάθε υλικό και δομικό στοιχείο ονομάζουμε «κρίσιμη ένταση ακτινοβολίας» την ελάχιστη τιμή της ακτινοβολίας, που είναι απαραίτητη για να αρχίσει η ανάφλεξη του, μετά από μία θεωρητικά απεριόριστη έκθεση του σ' αυτήν. Ο Πίνακας 14 περιέχει τιμές «κρίσιμης ακτινοβολίας» ορισμένων υλικών που μετρήθηκαν από διάφορους ερευνητές.

 

Αποστάσεις ασφαλείας μεταξύ των κτιρίων

Για το μελετητή ιδιαίτερη πρακτική σημασία παρουσιάζουν οι αποστάσεις ασφαλείας. Οι Κανονισμοί δίνουν συνήθως απευθείας αυτές τις αποστάσεις ή τη μέθοδο με την οποία πρέπει να υπολογίζονται. Ο υπολογισμός στηρίζεται στον προσδιορισμό της έντασης και της ποσότητας της ακτινο-βολούμενης θερμότητας, που εξαρτάται από τη μέγιστη θερμοκρασία στη διάρκεια της πυρκαγιάς, καθώς και από τις θερμικές ιδιότητες της εξωτερικής επιφάνειας που ακτινοβολεί. Σαν γενική μέση τιμή της «κρίσιμης έντασης ακτινοβολίας» των επιφανειακών υλικών του «αποδέκτη» κτιρίου θεωρείται η τιμή των 0,3 cla/cm2· s. Οι Γερμανικοί Κανονισμοί (DIN 4102, 18230) ορίζουν ελάχιστη απόσταση ίση με το ύψος Η του κτιρίου ή τουλάχιστον 18 m (Σχ. 13).


Οι Βρετανικοί Κανονισμοί είναι πολύπλοκοι, αλλά πιο ακριβείς. Τέλος, οι Αμερικανικοί Κανονισμοί (ASTM, NFPA 80 Α) είναι απλοί και εύχρηστοι. Κατατάσσουν τα κτίρια σε τρεις κατηγορίες επικινδυνότητας (χαμηλή, μέση, υψηλή) ανάλογα με τις τιμές των πυροθερμικών φορτίων και την ταχύτητα διάδοσης της φλόγας στο εσωτερικό του κτιρίου (πρότυπη δοκιμασία σήραγγας ASTM Ε 84). Κατόπιν, ανάλογα με το ποσοστό ανοιγμάτων της όψης δίνουν σε πίνακες απευθείας την ελάχιστη απόσταση (βλ. Πίνακα 15).
Για τον υπολογισμό της ελάχιστης απόστασης σε (ft), πολλαπλασιάζετε η μικρότερη διάσταση της όψης με τον αντίστοιχο συντελεστή του Πίνακα και προστίθενται 5 πόδια (ft).
Επιτρέπεται μείωση των αποστάσεων ασφαλείας με την αύξηση της πυραντίστασης των εξωτερικών όψεων ή τη λήψη πρόσθετων μέτρων (ενδιάμεσα τοιχεία, τοποθέτηση αυτόματων καταιονητήρων (sprinklers), πυράντοχα ανοίγματα στις όψεις κ.α.).

 

 

Μετάδοση των φλογών από όροφο σε όροφο

Η μετάδοση των φλογών από έναν όροφο σ' έναν υψηλότερο όροφο ενός πολυορόφου κτιρίου μπορεί να γίνει από διάφορα ανοίγματα της οροφής ή από ανοίγματα των όψεων. Η πρώτη περίπτωση θα εξετασθεί στο παρακάτω κεφάλαιο που ερευνά τη διάδοση της φωτιάς «μέσα στο κτίριο». Όσον αφορά στη διάδοση των φλογών προς τους επάνω ορόφους από τα παράθυρα, αν δεν υπάρχουν στους υψηλότερους ορόφους παράθυρα, οι φλόγες μπορεί να αναφλέξουν εύφλεκτες εξωτερικές επενδύσεις (Σχ. 14α) ή εύφλεκτα αντικείμενα και εσωτερικά τελειώματα στο εσωτερικό (Σχ. 14β). Κατά κανόνα όμως υπάρχει αντίστοιχο άνοιγμα στους επάνω ορόφους, οπότε η ανάφλεξη θα εξαρτηθεί από την εισδοχή των φλογών στα υψηλότερα ανοίγματα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η πορεία των φλογών είναι διαφορετική και εξαρτάται από τις διαστάσεις των ανοιγμάτων (Σχ. 14γ).

 

 

 

 

 

 

Το κέλυφος του κτιρίου

Στη σημερινή εποχή της ενεργειακής κρίσης, η σύνθεση του εξωτερικού περιβλήματος των κτιρίων καθορίζεται κύρια από τις απαιτήσεις θερμομόνωσης. Δεν είναι δυνατό ν' αγνοούνται όμως άλλες απαιτήσεις σαν την ηχομόνωση, την ηλιοπροστασία, τον επαρκή και σωστό φωτισμό, την προστασία από την υγρασία την πυροπροστασία κ.α. Είναι αναγκαία μια ιεράρχηση αυτών των απαιτήσεων και μια προσπάθεια βελτιστοποίησης της λύσης που θα επιλεχθεί σε κάθε περίπτωση, με συνεκτίμηση όλων αυτών των παραγόντων. Από τη σκοπιά της πυροπροστασίας τα κύρια στοιχεία του εξωτερικού περιβλήματος είναι οι εξωτερικές τοιχοποιίες και οι επιστεγάσεις.

Εξωτερικές τοιχοποιίες

Όσο μεγαλύτερη είναι η πυραντίσταση των εξωτερικών τοιχοποιιών, τόσο μειώνεται ο κίνδυνος μετάδοσης της φωτιάς από κτίριο σε κτίριο και από όροφο σε όροφο του ιδίου κτιρίου. Οι εξωτερικές τοιχοποιίες κατασκευάζονται συνήθως σε πάχος μιας πλίνθου (μπατικές), τελευταία δε με τις απαιτήσεις θερμομόνωσης το πάχος κυμαίνεται μεταξύ 25-30 εκ. Αυτών των διαστάσεων οι τοιχοποιίες παρουσιάζουν ικανοποιητική πυραντίσταση 1'/2-3 ωρών και δε δημιουργούν προβλήματα για την πυρασφάλεια.
Αισθητικές όμως και διαφόρων ειδών κτιριοδομικές απαιτήσεις εισάγουν κατασκευές ελαφρών προσόψεων και τοιχοπετασμάτων καθώς και εξωτερικών τοίχων με διάφορες επενδύσεις από γυαλί, φύλα αλουμινίου, ετερνίτη κλπ. Αυτές οι επενδύσεις, που δε συμμετέχουν ουσιαστικά στην αύξηση της πυραντίστασης της σύνθετης τοιχοποιίας, πρέπει να έχουν εξασφαλισμένες στηρίξεις για να παραμείνουν στη θέση τους σε περίπτωση πυρκαγιάς. Μέριμνα προστασίας πρέπει να παίρνεται και για τα κατακόρυφα φέροντα στοιχεία των εξωτερικών όψεων, ειδικά όταν πρόκειται για μεταλλικά υποστηλώματα που παρουσιάζουν, όπως είδαμε, ιδιαίτερη ευαισθησία στην προσβολή της φωτιάς.
Η ψαθωτή ή η σύνθετη εξωτερική τοιχοποιία περιέχει κατακόρυφα κενά ή κοιλότητες που αποτελούν ιδανικούς αγωγούς για τη μετάδοση της φωτιάς. Παρόμοια κενά παρουσιάζουν και οι διάφοροι αγωγοί παροχετεύσεων (ύδρευση, εξαερισμός κλπ.), που είναι εντοιχισμένοι σε εξωτερικές και εσωτερικές τοιχοποιίες (Σχ. 17α,β). Αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος γίνεται με παράθεση, ή στο ύψος των ορόφων ή ανά οριζόντιες αποστάσεις, ειδικών πυροφραγμών, που διακόπτουν τη συνέχεια αυτών των κοιλοτήτων (Σχ. 17γ).
Μια μπατική εξωτερική οπτοπλινθοδομή που έχει μικρή θερμοπερατότητα κινδυνεύει να καταρρεύσει, όταν δέχεται μεγάλα ποσά ακτινοβολίας από κοντινή πυρκαγιά, εξαιτίας της διαφορετικής θερμικής διαστολής των δύο όψεων της. Ο κίνδυνος αυτός αποτρέπεται με συνεχή κατάβρεξη που κρατά χαμηλά τη θερμοκρασία της προσβαλλόμενης εξωτερικής όψης. Μια όψη ολόκληρη από γυαλί θα δεχόταν αντίστοιχα όλη την προσπίπτουσα ακτινοβολία με πιθανή ανάφλεξη των περιεχομένων του κτιρίου. Η πλειοψηφία όμως των περιπτώσεων αφορά ενδιάμεσες καταστάσεις, δηλαδή εξωτερικούς τοίχους με ορισμένο ποσοστό ανοιγμάτων. Όσον αφορά στα υλικά των εξωτερικών επενδύσεων, αυτά μπορούν, όπως αναφέρθηκε, να δεχθούν ένα ανώτατο όριο ακτινοβολίας που στην περίπτωση υπάρξεως ξυλοεπενδύσεων κυμαίνεται γύρω στην τιμή των 0,3 cal/cm2.s.

 

 

Αδύνατα σημεία


Παράθυρα

Τα παράθυρα με υαλοπίνακες παρουσιάζουν μειωμένη πυραντίσταση που επηρεάζει την πυραντίσταση του συνόλου του εξωτερικού τοίχου. Οι Κανονισμοί καθορίζουν τις προδιαγραφές του γυαλιού που πρέπει να χρησιμοποιείται. Κατάλληλο θεωρείται το οπλισμένο με σύρμα γυαλί, σε πάχος όχι μικρότερο των 6 χιλ., που μπορεί να παρουσιάσει πυραντίσταση μέχρι και μιας ώρας. Σημασία έχει το υλικό και οι κατασκευαστικές λεπτομέρειες του σκελετού. Στα ξύλινα κοιφώματα μπορεί ν' αναφλέγει και η μη εκτειθέμενη στη φωτιά επιφάνεια του ξύλου. Στα μεταλλικά κουφώματα δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, αλλά σημασία έχει το υλικό (το αλουμίνιο π.χ. λειώνει πολύ γρήγορα), η μορφή του σκελετού, ο τρόπος στήριξης και στερέωσης και το μέγεθος του παραθύρου. Το διπλό θερμομονωτικό τζάμι παρουσιάζει τα προβλήματα που ήδη αναφέρθηκαν.

Πόρτες

Παρόμοια είναι τα προβλήματα των θυρών της εξωτερικής τοιχοποιίας. Η απαιτούμενη από τους Κανονισμούς πυραντίσταση κυμαίνεται μεταξύ 1 -1 'Λ ώρας, αν και θεωρητικά θα έπρεπε να ήταν ίση με αυτήν της εξωτερικής τοιχοποιίας. Οι μεταλλικές πόρτες είναι πιο ευνοϊκές, αρκεί να μην περιλαμβάνουν μεγάλες επιφάνειες υαλοστασίων. Ακτινοβολούν όμως μεγάλη θερμότητα, ώστε να χρειάζονται μερικές φορές πρόσθετα πυροπροστατευτικά μέτρα.

Επιστεγάσεις

Συνήθως για τις επιστεγάσεις το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στη θερμομονωτική τους λειτουργία και την αντιμετώπιση της υγρασίας και των βρόχινων νερών. Η επιστέγαση όμως, σαν τμήμα του κτιριακού κελύφους, έχει ουσιαστική συμμετοχή στη μετάδοση μιας πυρκαγιάς. Από την άποψη αυτή διακρίνονται δύο περιπτώσεις:
α) Η λειτουργία της επιστέγασης στην παρεμπόδιση της διείσδυσης της φωτιάς από το εξωτερικό περιβάλλον προς το κτίριο, καθώς και της επιφανειακής εξάπλωσης των φλογών (Σχ. 18). Ο κίνδυνος αυτός, που παρουσιάζεται συνήθως σε χαμηλά κτίρια και σε αραιοδομημένους οικισμούς, προέρχεται από την ακτινοβολούμενη θερμότητα μιας γειτονικής πυρκαγιάς ή από «ιπτάμενους δαυλούς».
β) Η αντίστροφη λειτουργία της επιστέγασης, ο περιορισμός δηλαδή της φωτιάς που ξεκίνησε στο ίδιο το κτίριο, για να μη διαδοθεί από τη στέγη σε γειτονικά κτίρια (Σχ. 19). Αυτός ο περιορισμός της φωτιάς μέσα στο κτίριο προκαλεί προβλήματα για την πυροσβεστική προσπάθεια και τη διαφυγή
των ενοίκων.

 

Οι Κανονισμοί επιβάλλουν ειδικές δοκιμασίες στα δομικά στοιχεία των επιστεγάσεων σχετικά με την ικανότητα τους να αντιστέκονται στη διείσδυση της φωτιάς (α' περίπτωση) και στην επιφανειακή διάδοση της φλόγας. Η διείσδυση της φωτιάς εξαρτάται από τον τύπο της φέρουσας κατασκευής της επιστέγασης και της επικάλυψης, καθώς και από τις ιδιότητες των υλικών του συνόλου της επιστέγασης.

 

 

 

 

Υλικά επικάλυψης

Πολλά από τα υλικά που χρησιμοποιούνται σήμερα στις επικαλύψεις παρουσιάζουν σωστές και οικονομικές λύσεις στα προβλήματα θερμομόνωσης και υγρομόνωσης, αλλά είναι ευπρόσβλητα στη φωτιά. Τα υλικά που έχουν σαν βάση οργανικές ενώσεις δείχνουν πολύ χαμηλότερη απόδοση στις δοκιμασίες εξάπλωσης επιφανειακής φλόγας, από ότι αυτά με ανόργανες ενώσεις. Εκτός όμως από τις θερμικές ιδιότητες των υλικών, σημαντικό ρόλο στη συμπεριφορά της επιστέγασης απέναντι στη φωτιά παίζει η θέση των διαφόρων στρωμάτων, το βάρος των υλικών, η μορφή τους και η μέθοδος τοποθέτησης, σύνδεσης και στερέωσης τους. Ευπρόσδεκτα θεωρούνται τα παραδοσιακά υλικά όπως, το σκυρόδεμα, πλάκες αμιάντου και αμιαντο-τσιμέντου, κεραμικές, σχιστόπλακες κλπ. Αντίθετα, προβλήματα υπάρχουν σε ασφαλτικές συνθέσεις ή πιλήματα, ξύλινα στοιχεία, αλουμίνιο, πλαστικά κ.α. Η άσφαλτος, είτε με τη μορφή θερμής ασφάλτου ή με τη μορφή πισσόχαρτου, που χρησιμοποιείται συχνά σαν φράγμα υδρατμών ή υγρομονωτική στρώση, είναι αρκετά επικίνδυνη. Μια σύγχρονη μέθοδος προστασίας είναι η επάλειψη μεταλλικών φύλλων με PVC (πολυβινυλοχλωρίδιο). Στο Σχήμα 20 φαίνονται τρεις διαφορετικές λύσεις επίπεδης επιστέγασης (δώματος). Η πιο προβληματική από σκοπιά πυροπροστασίας είναι η(γ), που έχει τη θερμομονωτική στρώση από κάτω, γιατί μία πιθανή ανάφλεξη της μπορεί να προκαλέσει πυρκαγιά στον εσωτερικό χώρο που σαν συνέπεια μπορεί να έχει τη συνολική κατάρρευση της επιστέγασης.

Αδύνατα σημεία

Ιδιαίτερα αδύνατα σημεία στις επιστεγάσεις θεωρούνται: α) απολήξεις καπναγωγών (καμινάδες), β) απολήξεις κλιμακοστασίων, μηχανοστάσια κλπ., γ) σωληνώσεις και άλλες παροχετεύσεις που διαπερνούν τις επιστεγάσεις, δ) κενά αέρα που αφήνονται για θερμομονωτικούς λόγους, ε) κενά σε γεισώματα (μαρκίζες) στεγών (Σχ. 21).

Ψευδοροφές

Στη σύγχρονη δομική τεχνολογία χρησιμοποιούνται συχνά οι ψευδοροφές ή αλλιώς οι «ανηρτημένες» οροφές, για θερμομόνωση, ηχομόνωση, αισθητικούς λόγους και για κατάλληλο εγκιβωτισμό διαφόρων αγωγών και καλωδίων. Κατασκευάζονται συνήθως σε δύο κύριους τύπους: α) την ενιαία συνεχή ψευδοροφή (Σχ. 22) και β) τη ψευδοροφή με πλάκες ή πετάσματα (πάνελς) (Σχ. 23).

Όταν οι ψευδοροφές συμμετέχουν στην πυραντίσταση της επιστέγασης χρειάζεται να συντίθενται από δυσανάφλεκτα υλικά που περιέχουν ενώσεις αμιάντου, άσβεστου, βερμικιουλίτη, περλίτη κλπ. Στην περίπτωση αυτή αποτελούν και μία προστατευτική μεμβράνη του φέροντα οργανισμού (π.χ. μεταλλικών ζευκτών) για φωτιά του εσωτερικού χώρου.
Στην πλειοψηφία τους όμως οι ψευδοροφές γεννούν προβλήματα για την καταπολέμηση της πυρκαγιάς. Μπορεί να εγκλωβίσουν τη φωτιά στο κενό που σχηματίζεται με το φέρον στοιχείο της επιστέγασης, με πιθανότητα να γίνει μετάδοση μέσα από αυτόν το φυσικό αγωγό και σε σημεία μακρινά από το σημείο έναρξης της πυρκαγιάς. Γι αυτόν το λόγο, ο κενός χώρος πρέπει να διακόπτεται με κατακόρυφους πυροφραγμούς ανά αποστάσεις. Ο πιο απλός τρόπος είναι η επέκταση των εσωτερικών τοιχοποιιών μέχρι την οροφή (Σχ. 24).
Σχήμα 24. Επέκταση τοιχοποιίας καθ' ύψος μέσα σε ψευδοροφή.
Οι εξωτερικές επιφάνειες της ψευδοροφής πρέπει να παρουσιάζουν μικρούς συντελεστές εξάπλωσης επιφανειακής φλόγας. Οι αναρτήρες και ο μεταλλικός σκελετός στήριξης πρέπει να έχουν υψηλό σημείο τήξης και να μη δημιουργούν σημεία διαφυγής της φωτιάς, όπως οι περιοχές εκείνες όπου η ψευδοροφή διαπερνάται από διάφορους αγωγούς κλπ. Μειονέκτημα ακόμη θεωρείται το γεγονός ότι, η ψευδοροφή έχοντας συνήθως θερμομονωτική δράση προκαλεί αύξηση της μέγιστης τιμής θερμοκρασίας της πυρκαγιάς.

  

 

 

 

 

 

 

 

 
© 2004 Fire Security |  Privacy Policy  | IΩΝΙΑΣ & ΝΙΚΑΣ ΧΑΜΟΜΗΛΟΣ ΑΧΑΡΝΑΙ Τ.Κ. 13671 2461971-2401083-2464823