ΠΡΟΦΙΛ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ  | ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ |  ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ - ISO |  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ  |  LINKS |  ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

 
 
Βιβλιοθήκη
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
ΠΥΡΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ
ΔΟΧΕΙΩΝ
ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΡΑ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
ΔΟΚΙΜΕΣ ΚΑΤΑΣΒΕΣΤΙΚΗΣ
ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΡΩΝ
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΡΑΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΠΥΡΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΥΡΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΤΙΡΙΩΝ
ΑΥΤΟΜΑΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑΣΒΕΣΗΣ
ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΥΡΑΝΙΧΝΕΥΣΗΣ

 

6.2.4 Βιομηχανικά ατυχήματα μεγάλης έκτασης

6.2.4.1 Γενικά

Τα βιομηχανικά ατυχήματα μεγάλης έκτασης (ΒΑΜΕ) αποτελούν τις σοβαρότερες καταστάσεις που ξεφεύγουν από τον έλεγχο της βιομηχανίας και επηρεάζουν το χώρο έξω από τα όρια της. Η αντιμετώπιση μιας τέτοιας κατάστασης χρειάζεται τη συνεργασία της βιομηχανίας, των αρχών και των περιοίκων και για να είναι αποτελεσματική χρειάζεται οργάνωση, προετοιμασία και γνώσεις. Σχέδια για αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων είχαν οι κυριότερες βιομηχανίες της Δυτικής Ευρώπης και των ΗΠΑ από τις αρχές τουλάχιστον της δεκαετίας του 1970. Σε αυτές πρέπει να συμπεριλάβουμε και μερικές από τις πιο σημαντικές ελληνικές βιομηχανίες, όπως η άλλοτε ΕΣΣΟ-ΠΑΠΠΑΣ και τώρα ΕΚΟ.

Το 1982 η τότε ΕΟΚ εξέδωσε οδηγία για την αντιμετώπιση ατυχημάτων μεγάλης έκτασης (Οδηγία 82/501/ΕΟΚ/24-6-1982 "Περί κίνδυνου ατυχημάτων μεγάλης έκτασης που περικλείουν ορισμένες βιομηχανικές δραστηριότητες"). Η οδηγία αυτή εκυρώθη στην Ελλάδα με το Νόμο 18187/272 του 1988 με τίτλο: "Καθορισμός μέτρων και περιορισμών για την αντιμετώπιση κίνδυνου από ατυχήματα μεγάλης έκτασης που περικλείουν ορισμένες βιομηχανικές δραστηριότητες".

Το 1996 η οδηγία αυτή αναθεωρήθηκε (Οδηγία 96/82/ΕΟΚ) αποσκοπώντας στην αποτελεσματικότερη εφαρμογή της και τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της, λόγω των σοβαρών ατυχημάτων των τελευταίων χρόνων (Mexico 1996, Slovakia 1995, Siberian 1989, Bhopal 1984, Mexico 1984, Seveso 1976, Flixborough 1974). Είναι γνωστή και ως οδηγία Seveso Π, ενώ η τροποποίηση της το Δεκέμβριο του 2003 είχε και πάλι ως στόχο τη διεύρυνση τον πεδίου εφαρμογής της (π.χ. σε εγκαταστάσεις διάθεσης υπολειμμάτων στο πλαίσιο εξορυκτικών δραστηριοτήτων).

Μεταξύ άλλων, η οδηγία προβλέπει ότι για μονάδες διαχείρισης επικίνδυνων ουσιών που πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, είναι απαραίτητο να διενεργείται μελέτη ασφάλειας με κύριο σκοπό τη ποσοτική εκτίμηση κινδύνου σε αυτήν και κατ' επέκταση εφαρμογή μέτρων πρόληψης και αντιμετώπισης περιστατικών έκτακτης ανάγκης. Τα περιστατικά αυτά αφορούν περιπτώσεις μεγάλων ατυχημάτων στα οποία εμπλέκονται επικίνδυνες ουσίες και περιλαμβάνουν διαρροή και διασπορά, πυρκαγιά ή έκρηξη, που προκύπτουν από ανεξέλεγκτες καταστάσεις κατά τη λειτουργία της μονάδας και θέτουν σε κίνδυνο σε σημαντικό βαθμό την ανθρώπινη υγεία και ασφάλεια (εντός ή εκτός της μονάδας), αλλά και το φυσικό περιβάλλον.

Ο χαρακτηρισμός επικίνδυνη ουσία (hazardous material) αποδίδεται σε τοξικές, εύφλεκτες ή εκρηκτικές χημικές ενώσεις, οι οποίες μπορεί να αποτελούν πρώτες ύλες, προϊόντα, παραπροϊόντα ή και ενδιάμεσα προϊόντα μιας διεργασίας της μονά-δας, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που μπορεί να προκύψουν κατά την εξέλιξη ενός πιθανού ατυχήματος. Οι δραστηριότητες για τις οποίες έχει εφαρμογή ο νόμος καθορίζονται επακριβώς στο Παράρτημα 1 του άρθρου Η. Οι ελάχιστες ποσότητες αποθηκευμένων ουσιών για τις οποίες έχει εφαρμογή ο νόμος περιλαμβάνονται λεπτομερώς στο Παράρτημα II τον ίδιου άρθρου. Για ορισμένες ουσίες ο νόμος έχει εφαρμογή, εάν η ποσότητα τους ξεπερνά το 1 χιλιόγραμμο (π.χ. βενζιδίνη) ενώ σε άλλες, εάν αυτή είναι μεγαλύτερη από 50000 τόνους (π.χ. υγρά καύσιμα).

Η διαδικασία εκτίμησης κινδύνου (risk analysis) περιλαμβάνει δύο στάδια, την εκτίμηση της πιθανότητας να συμβεί ένα ατύχημα και την εκτίμηση των επιπτώσεων του. Η εκτίμηση της πιθανότητας γίνεται με τη χρήση ποσοτικών μεθόδων, όπως η ανάλυση δένδρου σφαλμάτων (FTΑ). Η εκτίμηση των επιπτώσεων ανάλογα με το τύπο του ατυχήματος που εξετάζεται, γίνεται με ποσοτικά μοντέλα που συνήθως στηρίζονται σε ημιεμπειρικές μαθηματικές σχέσεις περιγραφής ενός φαινομένου (π.χ. περίπτωση πυρόσφαιρας). Επιπλέον, εάν κριθεί αναγκαίο, είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν προχωρημένες μαθηματικές τεχνικές αριθμητικής ανάλυσης (πεπερασμένων στοιχείων, διαφορών ή όγκων) για την επίλυση των εξισώσεων μεταφοράς μάζας, ενέργειας και ορμής που διέπουν το πρόβλημα, οπότε πλέον επιτυγχάνεται η πλήρης προσομοίωση του φαινομένου.

6.2.4.2 Χημικές ουσίες ΒΑΜΕ

Πριν από την έναρξη οποιασδήποτε μελέτης μιας εγκατάστασης, επιβάλλεται η ταξινόμηση των ουσιών που χειρίζονται σε αυτή, είτε στο μέρος 1, είτε στο μέρος 2 του Παραρτήματος Ι της οδηγία SEVESO II (Directive 96/082/EEC). Το πρώτο μέρος αναφέρει ονομαστικά συγκεκριμένες ουσίες και τις οριακές ποσότητες αυτών για την εφαρμογή της οδηγίας, ενώ στο δεύτερο περιγράφονται οι κατηγορίες κινδύνου στις οποίες κατατάσσονται όσες ουσίες δεν αναφέρονται στο μέρος 1. Το πρώτο μέρος παρουσιάζεται παρακάτω στον Πιν. 6.1, ενώ το δεύτερο μέρος στον Πιν. 6.2.

Στήλη 1 Στήλη 2 Στηλη 3
Επικίνδυνες ουσίες Οριακές ποσότητες σε τόνους για την εφαρμογή των άρθρων:
6 και 7 9
Νιτρικό αμμώνιο 350 2500
Πεντοξείδιο του αρσενικού, αρσενικικό οξύ και άλατα του 1 . 2
Τριοξείδιο του αρσενικού, αρσενικώδες και άλατα του 0.1
Βρώμιο 20 100
Χλώριο 10 25
Νικέλιο (μονοξείδιο και διοξείδιο νικελίου, θειούχο νικέλιο, διθειούχο τρινικέλιο, τριοξείδιο του δινικελίου) . 1
Αιθυλενοϊμίνη 10 20
Φθόριο 10 20
Φορμαλδεΰδη (συγκέντρωση > 90% ) 5 50
Υδρογόνο 5 50
Υδροχλώριο (υγροποιημένο) 25 250
Αλκυλομολυβδικές ενώσεις 5 50
Εξαιρετικά εύφλεκτα υγροποιημένα αέρια συμπεριλαμβανομένου του υγραερίου) και φυσικό αέριο 50 200
Ακετυλενιο 5 50
Αιθυλενοξείδιο , 5 50
Προπυλενοξείδιο 5 50
Μεθανόλη 500 5000
4,4-μεθυλενο-δις (2-χλωροανιλίνη) και άλατα της υπό μορφή σκόνης . 0.01
Ισοκυανικός μεθυλεοτέρας . 0.15
Οξυγόνο 200 2000
Διισοκυανικό τολουένιο 10 100
Διχλίοροκαρβονΰλιο (φωαγένιο) 0.3 0.75
Αρσίνη 0.2 1
Φωοφίνη 0.2 1
Διχλοοριοΰχο θείο 1 1
Τριοξείδιο του θείου 15 75
Πολυχλωροδιβενζοφουράνια και πολυχλωροδιβενζοδιοξίνες . 0.001
Καρκινογόνα (π.χ. 4-αμινοδιφαινΟλιο και τα άλατα του, βενζιδίνη και τα άλατα της, δις (χλωρομεθυλαιθέρας), κ.α.) 0.001 0.001
Βενζίνη αυτοκινήτων και άλλα πτητικά ορυκτέλαια 5000 50000

Πίνακας 6. 1: Κατονομαζόμενες ουσίες του ΜΕΡΟΥΣ Ι της οδηγίας Seveso II

. Στηλη 1 . Στήλη2 Στήλη3
. . . Οριακές ποσότητες σε τόνους για την εφαρμογή των άρθρων
. Κατηγορίες επικίνδυνων ουσιών Συμβολισμό

ς

6 και 7 9
1 Πολύ τοξικές (Τ+) 5 20
2 Τοξικές (Τ) 50 200
3 Οξειδωτικές (0) 50 200
4 Εκρηκτικές (Ε) 50 200
5 Εκρηκτικές (Ε) 10 50
6 Εύφλεκτες (R10) 5000 50000
Πολύ εύφλεκτες (F) 50 200
Πολύ εύφλεκτα υγρά (F) 5000 50000
8 Εξαιρετικά εύφλεκτες ουσίες (F+) 10 50
9 Επικίνδυνες για το περιβάλλον

ί) Πολύ τοξικές για τους υδρόβιους οργανισμούς

ii) Τοξικές για τους υδρόβιους οργανισμούς ή ικανές να επιφέρουν μακροπρόθεσμα ανεπιθύμητες επιπτώσεις στο υδάτινο περιβάλλον

(Ν)  

 200

 

500

 

500

 

2000

10 Οποιαδήποτε ουσία δεν εμπεριέχεται στις παραπάνω κατηγορίες

i) Ουσίες που αντιδρούν βίαια με το νερό

ii) Ουσίες που εκλύουν τοξικά αέρια σε επαφή με το νερό

.  

 

100

50

 

 

500

200

Πίνακας 6.2: Κατάταξη επικίνδυνων ουσιών όπως προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ II της οδηγίας Seveso II.

Οι αριθμοί στις δύο τελευταίες στήλες των πινάκων αντιστοιχούν στις οριακές ποσότητες επικίνδυνης ουσίας για την εφαρμογή των άρθρων 6-7 (περί κοινοποίησης κατασκευής νέων ή εν λειτουργία μονάδων και πολιτικής πρόληψης νέων ατυχημάτων αντίστοιχα) και 9 (περί υποχρεωτικής υποβολής εκθέσεως ασφάλειας).

Η κατηγορία 4 στο μέρος II της οδηγίας Seveso II αναφέρεται σε ουσίες ή παρασκευάσματα τα οποία δημιουργούν κίνδυνο έκρηξης με κρούση, τριβή, φλόγα, πυροτεχνικές ουσίες ή άλλες πηγές ανάφλεξης και τα αντικείμενα που περιέχουν τέτοιες ουσίες ή παρασκευάσματα. Η κατηγορία 5 περιλαμβάνει ουσίες και παρασκευάσματα που δημιουργούν μεγάλους κίνδυνους έκρηξης με κρούση, τριβή, φλόγα και άλλες πηγές ανάφλεξης. Για τον ακριβή καθορισμό των επικίνδυνων ιδιοτήτων μιας ουσίας και άρα την επιτυχή κατάταξη τους σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες, οι ουσίες συνοδεύονται από προσδιοριστικές φράσεις κινδύνου, όπως αυτές περιγράφονται στην οδηγία 67/548 της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Μία συγκεκριμένη ουσία μπορεί να διαθέτει μία ή και περισσότερες φράσεις κινδύνου.

Σε περίπτωση συνύπαρξης διαφόρων (ν) το πλήθος ουσιών, το άθροισμα επικίνδυνων ουσιών (για το προσδιορισμό της ποσότητας που υπάρχει στη μονάδα) υπολογίζεται από το άθροισμα:

q1/Q + q2/Q +......+ qν/Q (6.1)

όπου (qi), (i = 1,2,..., ν) η υπάρχουσα ποσότητα της επικίνδυνης ουσίας (ϊ) (ή κατηγορίας επικίνδυνων ουσιών) που εμπίπτει στα μέρη Ι και II του παραρτήματος Ι, και (Q) η σχετική οριακή ποσότητα που αναφέρουν τα μέρη Ι και ΙΙ.

Εάν το άθροισμα υπερβαίνει τη μονάδα, τότε η μονάδα καλύπτεται από τις σχετικές απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας. Ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

• Για ουσίες και παρασκευάσματα που περιλαμβάνονται στο μέρος Ι και υπάρχουν σε ποσότητες μικρότερες από τις προβλεπόμενες για την καθεμία οριακές ποσότητες, μαζί με ουσίες του μέρους II που υπάγονται στην ίδια κατηγορία, καθώς και για την πρόσθεση ουσιών και παρασκευασμάτων του μέρους II που υπάγονται στην ίδια κατηγορία

• Για τη πρόσθεση των κατηγοριών 1, 2 και 9, που συνυπάρχουν στην ίδια μονάδα

• Για τη πρόσθεση των κατηγοριών 3, 4, 5, 6, 7α, 7β και 8, που συνυπάρχουν στην ίδια μονάδα

Τονίζεται ότι, όταν μια ουσία ή ομάδα ουσιών που αναγράφεται στο μέρος Ι εμπίπτει επίσης σε κατηγορία του μέρους II, οφείλουν να λαμβάνονται υπόψη οι οριακές ποσότητες του μέρους Ι. Επιπλέον, οι επικίνδυνες ουσίες που υπάρχουν σε μια μονάδα σε ποσότητες το πολύ ίσες με το 2% της σχετικής οριακής ποσότητας δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της συνολικής υπάρχουσας ποσότητας, εφόσον αυτές βρίσκονται σε τέτοιο σημείο της μονάδας, ώστε να μη μπορούν να αποτελέσουν το έναυσμα μεγάλου ατυχήματος σε άλλο σημείο του τόπου. Στη φάση της κατηγοριοποίησης μιας ουσίας, είναι χρήσιμος ο κώδικας CHETAH, ο οποίος έχει αναπτυχθεί από την ASTM για τη πρόβλεψη επικίνδυνων ιδιοτήτων (αναφλεξιμότητα, χημική δραστικότητα) μιας ένωσης ή μίγματος ενώσεων, με μοναδικό δεδομένο τη χημική δομή της ένωσης ή των συστατικών. Το πρόγραμμα επιτυγχάνει αναγνώριση και κατάταξη επικίνδυνων χημικών ενώσεων και μιγμάτων βάσει του ενεργειακού δυναμικού τους σε μικρής, μέσης και μεγάλης επικινδυνότητας ουσίες, ενώ μπορεί να υπολογίσει θερμότητα καύσης, μέγιστη δυνατή έκλυση ενέργειας για μια χημική αντίδραση (π.χ. διάσπαση), καθώς και το κατώτατο όριο αναφλεξιμότητας.

 

 

 
© 2004 Fire Security |  Privacy Policy  | IΩΝΙΑΣ & ΝΙΚΑΣ ΧΑΜΟΜΗΛΟΣ ΑΧΑΡΝΑΙ Τ.Κ. 13671 2461971-2401083-2464823