ΠΡΟΦΙΛ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ  | ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ |  ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ - ISO |  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ  |  LINKS |  ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

 
 
Βιβλιοθήκη
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
ΠΥΡΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ
ΔΟΧΕΙΩΝ
ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΡΑ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
ΔΟΚΙΜΕΣ ΚΑΤΑΣΒΕΣΤΙΚΗΣ
ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΡΩΝ
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΡΑΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΠΥΡΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΥΡΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΤΙΡΙΩΝ
ΑΥΤΟΜΑΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑΣΒΕΣΗΣ
ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΥΡΑΝΙΧΝΕΥΣΗΣ

 

6.2.4.3 Σύνταξη μελετών ασφάλειας ΒΑΜΕ

6.2.4.3.7 Κατευθυντήριες οδηγίες

Η υποχρεωτική σύνταξη και υποβολή μελέτης ασφάλειας μιας εγκατάστασης" προβλέπεται στο άρθρο 9 της οδηγίας για εγκαταστάσεις στις οποίες χειρίζονται επικίνδυνες ουσίες σε ποσότητες ίσες ή μεγαλύτερες από αυτές που αναφέρονται στα μέρη 1 και 2 του παραρτήματος Ι της οδηγίας (λαμβάνοντας υπόψη τις οριακές τιμές που αφορούν την εφαρμογή του άρθρου 9 και όχι των άρθρων 6 και 7). Στοιχεία και πληροφορίες που πρέπει οπωσδήποτε να συμπεριλαμβάνονται στη μελέτη είναι:

1. Πληροφορίες σχετικά με το σύστημα διαχείρισης και οργάνωσης της μονάδας για την πρόληψη των μεγάλων ατυχημάτων:Εκπαίδευση, οργάνωση και εκπαίδευση του προσωπικού, προσδιορισμός και αξιολόγηση των κίνδυνων μεγάλου ατυχήματος, εφαρμογή διαδικασιών και οδηγιών για την ασφαλή λειτουργία της εγκατάστασης, εφαρμογή διαδικασιών για το σχεδιασμό τροποποιήσεων ή νέων μονάδων στην εγκατάσταση, σχεδιασμός αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, εφαρμογή διαδικασιών για τη συνεχή αξιολόγηση της τήρησης των στόχων για πρόληψη μεγάλων ατυχημάτων, εφαρμογή διαδικασιών περιοδικής αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας και καταλληλότητας του υπάρχοντος συστήματος διαχείρισης ασφάλειας.

2. Παρουσίαση του περιβάλλοντος της μονάδας:Περιγραφή της τοποθεσίας και του περιβάλλοντος της, γεωγραφική θέση, μετεωρολογικά, υδρογραφικά και γεωλογικά στοιχεία, περιγραφή των δραστηριοτήτων της μονάδας, που ενδέχεται να εγκλείουν κίνδυνο μεγάλου ατυχήματος, περιγραφή των περιοχών όπου ενδέχεται να συμβεί μεγάλο ατύχημα.

3. Περιγραφή της εγκατάστασης: Περιγραφή δραστηριοτήτων και διαχειριζόμενων πρώτων υλών και προϊόντων καθώς και των ιδιοτήτων τους, παρουσίαση των κίνδυνων που μπορούν να προέλθουν από τις ουσίες αυτές, περιγραφή των πηγών κινδύνου μεγάλου ατυχήματος και των συνθηκών υπό τις οποίες θα μπορούσε να συμβεί, αναφορά των προληπτικών μέτρων που έχουν ληφθεί.

4. Αναγνώριση και ανάλυση των κινδύνων ατυχήματος και προληπτικά μέτρα: Λεπτομερής περιγραφή των σεναρίων για τα πιθανά μεγάλα ατυχήματα και των πιθανοτήτων τους ή των συνθηκών υπό τις οποίες μπορούν να συμβούν συνοδευόμενη από έκθεση αναφοράς των συμβάντων που μπορούν να το προκαλέσουν, εκτίμηση της έκτασης και της σοβαρότητας των συνεπειών των μεγάλων ατυχημάτων, περιγραφή των τεχνικών παραμέτρων και του εξοπλισμού που έχει εγκατασταθεί για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων.

5. Μέτρα προστασίας και επέμβασης για το περιορισμό των συνεπειών ενός ατυχήματος: Περιγραφή του εγκατεστημένου εξοπλισμού για το περιορισμό των συνεπειών των πιθανών μεγάλων ατυχημάτων, περιγραφή της οργάνωσης κινητοποίησης και επέμβασης, περιγραφή των κινητοποιήσιμων εσωτερικών και εξωτερικών μέσων, καθώς και συγκεντρωτική αναφορά όλων των παραπάνω για τη συγκρότηση εσωτερικού σχεδίου έκτακτης ανάγκης.

Όπως γίνεται φανερό, το κρισιμότερο στάδιο για την εξαγωγή εύστοχων συμπερασμάτων από τη διεξαγωγή της μελέτης, είναι αυτό της αναγνώρισης και ανάλυσης των κινδύνων από ενδεχόμενα ατυχήματα, αφού μια επιτυχής πρόβλεψη των συνεπειών από αυτά. θα συμβάλλει στη συγκρότηση ρεαλιστικών σχεδίων αντιμετώπισης έκτακτων περιστατικών και τον ορθότερο σχεδιασμό χρήσης γης.

Στο διάγραμμα του Σχήματος 6.3, παρουσιάζεται ένα γενικευμένο διάγραμμα ροής της διαδικασίας εκτίμησης κινδύνου. Η συλλογή δεδομένων μπορεί να περιλαμβάνει διαγράμματα ροής των διεργασιών που λαμβάνουν χώρα στη μονάδα, φύλλα δεδομένων ασφάλειας των υλικών που χρησιμοποιούνται ως πρώτες ύλες ή παράγονται σε αυτές, γεωγραφικά δεδομένα της περιοχής σε ψηφιακή μορφή, ενώ για εγκατεστημένες μονάδες η επιτόπια επίσκεψη θεωρείται απαραίτητη. Όπως φαίνεται και στο διάγραμμα, η εκτίμηση ενός κινδύνου ενδέχεται να οδηγήσει στην ανάγκη τροποποίησης του συστήματος για το περιορισμό αυτού του κινδύνου. Αυτό επεξηγεί το λόγο για τον οποίο είναι προτιμότερο να διενεργούνται οι διαδικασίες αυτές στη φάση του σχεδιασμού μιας μονάδας και όχι κατά τη λειτουργία της.

6.2.4.3.2 Συνήθη ατυχήματα

Όπως προαναφέρθηκε, ένα ατύχημα μπορεί να λάβει χώρα υπό τη μορφή διασποράς, πυρκαγιάς, έκρηξης ή συνδυασμού αυτών. Αιτίες πρόκλησης τέτοιου ατυχήματος μπορεί να αποτελέσουν:

• Ρωγμές σε δοχεία αποθήκευσης ή αντιδραστήρες που μπορεί να οδηγήσουν σε διάρρηξη τους.

• Δυσλειτουργία ή ολοκληρωτική αστοχία του εξοπλισμού ρύθμισης και ελέγχου (π.χ. ανακουφιστικές βαλβίδες, ρυθμιστικές βάνες, ενδεικτικά πίεσης, θερμοκρασίας ή στάθμης).

• Ανθρώπινα λάθη.

• Κακή συντήρηση και ελλιπής επιθεώρηση του εξοπλισμού (όργανα μέτρησης, σωληνώσεις).

• Παραλείψεις στο σχεδιασμό της μονάδας.

• Εξωγενείς παράγοντες (κεραυνοί, ακραίες καιρικές συνθήκες, τρομοκρατικές ενέργειες).

Σχήμα 6.3: Γενικευμένο διάγραμμα ροής της διαδικασίας αναγνώρισης κινδύνου.

Για να μπορέσει να γίνει εκτίμηση των επιπτώσεων από ανεπιθύμητα περιστατικά, χρειάζεται να καταστρωθούν σενάρια ατυχημάτων. Αυτά περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο μπορεί μια ουσία να οδηγήσει σε ατύχημα και να επηρεάσει αρνητικά είτε τον άνθρωπο είτε το περιβάλλον. Λέγοντας «αλληλεπίδραση» μεταξύ των τριών βασικών τύπων ατυχημάτων, εννοούμε ότι ένα ατύχημα που ξεκινά με μια συγκεκριμένη μορφή (π.χ. διασπορά πυκνού αερίου), μπορεί κατά την εξέλιξη του να λάβει μία άλλη μορφή (π.χ. κατάκαυση ή έκρηξη νέφους) ανάλογα με τις ιδιότητες της ουσίας (Σχήμα 6.4):

Σχήμα 6.4: Είδη ατυχημάτων μεγάλης έκτασης που μπορούν να αποτελέσουν τα σενάρια μιας μελέτης επικινδυνότητας. Οι κόκκινες γραμμές εκφράζουν την αλληλεπίδραση μεταξύ διαφορετικών τύπων ατυχημάτων.

Διασπορά τοξικού ή εύφλεκτου αερίου βαρύτερου του αέρα (λόγω στιγμιαίας, πεπερασμένης διάρκειας ή συνεχούς έκλυσης / διαφυγής)

Διασπορά τοξικού ή εύφλεκτου αερίου ελαφρύτερου του αέρα (λόγω στιγμιαίας, πεπερασμένης διάρκειας ή συνεχούς έκλυσης / διαφυγής)

Πυρόσφαιρα (fireball)

Φλογοπίδακας (jet fire)

Φωτιά περιορισμένης ή μη περιορισμένης λίμνης (confined / unconfined pool fire)

Ταχυκαύση (flash fire)

Έκρηξη νέφους ατμών υπό περιορισμό ή χωρίς περιορισμό (confined / unconfined vapor cloud explosion)

Μπλέβη - Έκρηξη εκτονούμενου ατμού ζέοντος υγρού (BLEVE)

Αλυσωτό φαινόμενο (domino effect)

Η επιτυχής ανάπτυξη των σεναρίωνν βασίζεται στη πληρότητα των δεδομένων και την επιλογή του κατάλληλου μοντέλου που θα χρησιμοποιηθεί για την εξαγωγή των αποτελεσμάτων. Τα μοντέλα αυτά διατίθενται συνήθως στο σύνολο τους σε πλήρη υπολογιστικά πακέτα, τα οποία παρέχουν αποτελέσματα για τα περισσότερα από τα σενάρια που αναφέρθηκαν.

6.2.4.4 Εκτίμηση επιπτώσεων

6.2.4.4. Ί Διαφυγή και διασπορά αερίου

Ένα αέριο μπορεί να διαφύγει στην ατμόσφαιρα από το δοχείο στο οποίο βρίσκεται αποθηκευμένο ή να καταλήξει στην ατμόσφαιρα με εξάτμιση στη περίπτωση λίμνης πτητικού υγρού μετά από διαρροή. Εάν είναι τοξικό έχει ιδιαίτερη σημασία να επισημανθούν οι μέγιστες αποδεκτές τιμές συγκέντρωσης του (π.χ. ανώτατη οριακή τιμή οροφής), καθώς και οι συγκεντρώσεις εκείνες που μπορούν να προκαλέσουν οξεία δηλητηρίαση (toxic concentration) ή και θάνατο (lethal concentration) για συγκεκριμένο χρόνο έκθεσης. Γενικά, η διασπορά αερίων βαρύτερων του αέρα είναι και η πιο επικίνδυνη, εξαιτίας της παρατεταμένης παραμονής του αερίου σε χαμηλό ύψος με την επίδραση της βαρύτητας, μέχρι να διαλυθεί πλήρως από μάζες αέρα.

Όπως παρουσιάζεται και στο Σχήμα 6.4, η διασπορά αερίου διαχωρίζεται ανάλογα με τον τύπο του σε διασπορά αερίου βαρύτερου ή ελαφρύτερου από τον αέρα. Όπως είναι φυσικό, διαφορετικά μοντέλα υπολογίζουν το κάθε είδος διασποράς.

Για διασπορά αερίου ελαφρύτερου του αέρα (light gas) θεωρείται ότι, η συγκέντρωση του αερίου ακολουθεί τη κατανομή τύπου Gauss και υπολογίζεται από μοντέλα όπως το AFTOX και το INPUFF. Το πρώτο μπορεί να υπολογίσει διασπορές σε περιπτώσεις στιγμιαίας, συνεχούς ή πεπερασμένης διάρκειας διαφυγή, όταν αυτή προέρχεται από πηγή έκλυσης αερίου σε δεδομένο ύψος (π.χ. μια καπνοδόχο) ή από λίμνη πτητικού υγρού. Το δεύτερο είναι πιο ειδικό και υπολογίζει μόνο τη διασπορά αερίου από πηγές κατακόρυφης διεύθυνσης. Και τα δύο μοντέλα δεν λαμβάνουν υπόψη τους πιθανά εμπόδια στο πεδίο ροής και ενδεχόμενη κλίση του εδάφους, ενώ υποθέτουν ομοιόμορφη κατανομή ταχυτήτων αέρα καθ' ύψος και δεν μπορούν να εφαρμοστούν στη περίπτωση που κατά τη διασπορά συμβαίνουν χημικές αντιδράσεις.

Κατά τη διασπορά αερίου βαρύτερου του αέρα (heavy gas), το εκλυόμενο νέφος επηρεάζεται από τη βαρύτητα και παρασυρόμενο από τον αέρα ακολουθεί πτωτική πορεία, έως ότου φτάσει στο έδαφος και αρχίσει να μετακινείται παράλληλα με αυτό. Η απελευθέρωση ενός πυκνού αερίου μπορεί να αρχίσει σε θερμοκρασίες σημαντικά χαμηλότερες από την ατμοσφαιρική, είτε ως αποτέλεσμα διαφυγής αερίου που διατηρείται σε υγρή μορφή υπό ψύξη, είτε ως αποτέλεσμα της απότομης εκτόνωσης ενός δοχείου που αποθηκεύει αέριο σε υγρή μορφή υπό πίεση.

Για τον υπολογισμό της διασποράς πυκνού αερίου χρησιμοποιούνται μοντέλα όπως το SLAB και το DEGADIS+.

Το μοντέλο SLAB επεξεργάζεται τις περιπτώσεις:

• Εξάτμιση λίμνης πτητικού υγρού

• Συνεχής ή πεπερασμένης διάρκειας απελευθέρωση αερίου με τη μορφή πίδακα οριζόντιας διεύθυνσης

• Στιγμιαίες εκλύσεις αερίου.

Το μοντέλο DEGADIS + επεξεργάζεται τις περιπτώσεις:

• Συνεχούς ή πεπερασμένης διάρκειας απελευθέρωση αερίου με τη μορφή πίδακα κατακόρυφης διεύθυνσης

• Εξάτμιση λίμνης πτητικού υγρού

• Συνεχείς ή πεπερασμένης διάρκειας εκλύσεις που γίνονται σε μηδενικό ύψος από το έδαφος (όπως π.χ. η έκλυση αερίων από πυρκαγιά σε λίμνη καύσιμου υγρού).

Και τα δύο μοντέλα υπόκεινται στους ακόλουθους περιορισμούς:

• Δεν μπορούν να υπολογίσουν τη διασπορά πάνω από επικλινές έδαφος

• To SLAB είναι κατάλληλο για οριζόντιους πίδακες ενώ το DEGADIS + για κατακόρυφους

Δεν συνεκτιμούν την επίδραση που έχουν στη διασπορά εμπόδια όπως δέντρα και σπίτια.

Σε φαινόμενα διασποράς αερίου, χρησιμοποιούνται επίσης κώδικες υπολογιστικής ρευστοδνναμικης (CFD), οι οποίοι έχουν δώσει πολύ ικανοποιητικά αποτελέσματα σε σύγκριση με πειραματικά δεδομένα. Στους κώδικες αυτούς, πραγματοποιείται επίλυση των εξισώσεων μεταφοράς μάζας, ενέργειας και ορμής στις τρεις διαστάσεις, ενώ μπορεί να εκτιμηθεί η επίδραση εμποδίων που παρεμβάλλονται στο πεδίο ροής μέσω της επίλυσης μαθηματικών μοντέλων περιγραφής της τυρβώδους κίνησης των μορίων στη περιφέρεια αυτών. Μελέτες σχετικά με την αποτελεσματικότητα διαφόρων μοντέλων υπολογισμού τύρβης σε προσομοιώσεις ροής πυκνού αερίου, όταν στο πεδίο ροής παρεμβάλλονται εμπόδια, έχουν δείξει ότι αυτού του είδους τα υπολογιστικά εργαλεία μπορούν να προσομοιώσουν επιτυχώς διασπορές σε πολύπλοκης γεωμετρίας πεδία, όπου τα απλούστερα μονοδιάστατα μοντέλα (box models) αδυνατούν να δώσουν αποτελέσματα υψηλής ακρίβειας.

Οι κώδικες υπολογιστικής ρευστοδυναμικής μπορούν να αποτελέσουν λοιπόν ένα ισχυρό εργαλείο σε περιπτώσεις προσομοίωσης διασπορών αερίων. Τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα τους έναντι των απλούστερων Box models φαίνονται στο συγκριτικό Πίνακα 6.3. Με τον όρο ευελιξία νοείται η φύση των προβλημάτων που μπορεί να επεξεργαστεί καθεμία μέθοδος (π.χ. πολύπλοκες γεωμετρίες, υπολογισμός διασποράς σε κατεύθυνση αντίθετη αυτής του ανέμου, μεταβαλλόμενες ταχύτητες ανέμου και κλίση εδάφους).

Πίνακας 6.3: Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των CFDs έναντι των Box models.

Υπολογιστικό εργαλείο Ευελιξία Ακρίβεια Υηολογιστικος χρόνος Ευχρηστία Κόστος
CFDs Υψηλή Υψηλή Μεγάλος Απαιτούν αρκετό χρόνο για εξοικείωση του χρήστη Υψηλό
Box models Περιορισμένη Ικανοποιητική Μικρός Ιδιαίτερα εύχρηστα Χαμηλό

Η προσομοίωση της διασποράς στοχεύει στη λήψη καμπυλών μεταβολής της συγκέντρωσης με το χρόνο σε ένα συγκεκριμένο σημείο, προκειμένου αυτές να ολοκληρωθούν για να αποδώσουν τη συνολική δόση σε τοξική ένωση. Τα τελικά συμπεράσματα προκύπτουν κατόπιν σύγκρισης μεταξύ των τιμών των συνολικών δόσεων και δεδομένων τοξικότητας για την εκάστοτε ένωση. Τέτοιου τύπου δεδομένα παρέχονται από βιβλιογραφικές πηγές.

6.2.4.4.2 Πυρόσφαιρα, έκρηξη νέφους ατμών και ταχυκαύση

Η ολική διάρρηξη ενός πιεστικού δοχείου ακολουθείται από μαζική απελευθέρωση του περιεχομένου του στην ατμόσφαιρα. 'Όταν το διαφυγόν αέριο είναι εύφλεκτο, η τυρβώδης ανάμιξη του με τον αέρα οδηγεί σε γρήγορο σχηματισμό αναφλέξιμου ή και εκρηκτικού μίγματος. Στη περίπτωση άμεσης ανάφλεξης, το νέφος θα αποδώσει ή πυρόσφαιρα εκπέμποντας θερμική ακτινοβολία υψηλής ισχύος ή έκρηξη (κατάκαυση ή κατάρρηξη) παράγοντας κρουστικό κύμα υψηλής πίεσης. Σε περίπτωση καθυστερημένης ανάφλεξης, το μίγμα είτε θα καεί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα παράγοντας αμελητέα πίεση (ταχυκαυση), είτε θα οδηγηθεί σε έκρηξη. Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκδήλωση έκρηξης είναι η αναλογία καυσίμου-αερίου στο μίγμα να εμπίπτει στα όρια εκρηκτικότητας του αερίου, τα οποία συνήθως είναι στενότερα από τα όρια αναφλεξιμότητας και σπανίως συμπίπτουν με αυτά. Η πίεση η οποία αναπτύσσεται κατά την έκρηξη αερίου είναι μεγαλύτερη, όταν η ανάφλεξη συμβαίνει σε περιορισμένο χώρο και η αναλογία καυσίμου-αερίου πλησιάζει τη στοίχειομετρική αναλογία, όπως αυτή ορίζεται από την αντίδραση καύσης (μηδενικό ισοζύγιο οξυγόνου).

Για τη περίπτωση έκρηξης νέφους ατμών, δύο είναι οι κύριες μεθοδολογίες επίλυσης, η ισοδυναμία με TNT (ΤΝΤ Equivalency) και η πολυενεργειακη έκρηξη (Multi Energy Explosion). Η πρώτη εκφράζει την εκρηκτική ισχύ ενός νέφους αερίου ως ένα ισοδύναμο φορτίο ΤΝΤ ευρισκόμενο στο κέντρο του νέφους. Η δεύτερη εκφράζει την έκρηξη ως έναν αριθμό φορτίων καυσίμου-αέρα, το καθένα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Έτσι, η συνολική έκρηξη μελετάται ως ένα σύνολο από μικρότερες εκρήξεις, που η καθεμία εξελίσσεται σε ένα περιορισμένο τμήμα του νέφους. Και τα δύο μοντέλα υπολογίζουν την υπερπίεση που αναπτύσσεται σε ορισμένες αποστάσεις. Η σύγκριση των αποτελεσμάτων με βιβλιογραφικά δεδομένα εξάγει ποιοτικά και ποσοτικά συμπεράσματα για τις προδιαγραφόμενες επιπτώσεις. Γενικά, η πολυενεργειακη έκρηξη δίνει πιο ακριβή αποτελέσματα για μέσες και μεγάλες αποστάσεις, ενώ η ισοδυναμία με ΤΝΤ δίνει γρήγορα και ικανοποιητικά αποτελέσματα μόνο για μεγάλες αποστάσεις (200-300 m). Καμία από τις δύο μεθόδους δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε μικρές αποστάσεις με πολύπλοκη γεωμετρία, όπου μόνο η αριθμητική ανάλυση μπορεί να δώσει αξιόπιστα αποτελέσματα.

Για τη περίπτωση πυρόσφαιρας, η διάμετρος και η χρονική διάρκεια της πύρινης σφαίρας υπολογίζονται μέσω ημιεμπειρικών σχέσεων συναρτήσει της μάζας του καυσίμου, ενώ για τον υπολογισμό της θερμικής ακτινοβολίας η πυρόσφαιρα θεωρείται ως σημειακή πηγή ενέργειας.

Το φαινόμενο της ταχυκαύοης δεν έχει ερευνηθεί εκτεταμένα. Μια μέθοδος εκτίμησης της εκπομπής θερμικής ακτινοβολίας αναφέρεται στο CCPS (1994), η οποία είναι βασισμένη σε πειραματικές παρατηρήσεις και μοντελοποιεί την ταχυκαυση ως δισδιάστατη φλόγα της οποίας το μέτωπο διαδίδεται με σταθερή ταχύτητα μέσα στο νέφος.

6.2.4.4.3 Φλογοπίδακας

Η περίπτωση αυτή εμφανίζεται, όταν υπάρχει συνεχής διαρροή από ένα τμήμα πιεστικού δοχείου ή σωλήνα που μεταφέρει αέριο υπό πίεση και άμεση ανάφλεξη του διαρρέοντος αερίου. Εάν η ανάφλεξη συμβεί καθυστερημένα, τότε θα προκληθεί, είτε ταχυκαύση, είτε έκρηξη του μίγματος καυσίμου-αέρα.  Τα ημιεμπειρικά μοντέλα (box models) εκτός από υπολογισμούς θερμικής ισχύος, μπορούν να υπολογίσουν το ορατό μήκος και τη διάμετρο της φλόγας, υποθέτοντας ότι το σχήμα της είναι κυλινδρικό. Στα δεδομένα, εκτός από τις συνθήκες αποθήκευσης, απαιτείται η γνώση του ρυθμού απελευθέρωσης του καυσίμου που τροφοδοτεί τη φλόγα.

6.2.4.4.4 Μπλέβη και αλυσωτό φαινόμενο

Όπως αναφέρεται λεπτομερώς , η μπλέβη (BLEVE) είναι ο τύπος ολικής διάρρηξης δοχείου πίεσης, που συμβαίνει όταν το περιεχόμενο (μεγάλης πτητικότητας υγρό ή υγροποιημένο αέριο) καταστεί υπέρθερμο, λόγω" θέρμανσης των εξωτερικών τοιχωμάτων του δοχείου ή εκτονωθεί απότομα λόγω μεγάλης έκτασης διάρρηξης του περιέκτη. Έτσι, θέρμανση του υγρού σε θερμοκρασία μεγαλύτερη από τη μέγιστη θεμοκρασία υπερθέρμανσης Tsl οδηγεί στην ταχύτατη ατμοποίησή του με την ανάπτυξη κρουστικού κύματος (shock wave) δια μέσου του υγρού και καταστροφικά αποτελέσματα ανάλογα με την έκρηξη ισχυρού εκρηκτικού. Κύρια αιτία τέτοιων περιστατικών είναι εστίες πυρκαγιών που εξελίσσονται σε μικρή απόσταση και προκαλούν μέσω της θέρμανσης του δοχείου υπέρμετρη αύξηση της θερμοκρασίας του υγρού και σπανιότερα διαρρήξεις δεξαμενών που περιέχουν υγροποιημένα αέρια με σχετικά χαμηλές θερμοκρασίες υπερθέρμανσης, λόγω εκτεταμένης διάβρωσης ή καταστροφικής πρόσκρουσης θραύσματος.

Εάν το περιεχόμενο υγρό ή υγροποιημένο αέριο είναι άφλεκτο (π.χ. νερό), τότε το φαινόμενο εκδηλώνεται μόνο ως μια ισχυρότατη έκρηξη, όπως στις περιπτώσεις εκρήξεων ατμολεβητών που οδήγησαν στην καθιέρωση των αυστηρών κωδίκων για ατμολέβητες, μετά από μια σειρά καταστροφικών εκρήξεων με δεκάδες νεκρούς στις αρχές του εικοστού αιώνα. Εάν όμως το περιεχόμενο υγρό ή υγροποιημένο αέριο είναι εύφλεκτο, τότε η έκρηξη του δοχείου ακολουθείται από μια πυρόσφαιρα, λόγω μαζικής απελευθέρωσης και αυθόρμητης ανάφλεξης του περιεχομένου. Η έκρηξη εκτονούμενου ατμού ζέοντος υγρού, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αλυσωτού φαινομένου, κατά το οποίο ένα ατύχημα αποτελεί το έναυσμα για ένα επόμενο με αναπόφευκτη κλιμάκωση των συνεπειών. Οι κύριοι κίνδυνοι στη περίπτωση μιας μπλέβης προέρχονται από την εκτόξευση θραυσμάτων και τη θερμική ακτινοβολία που εκπέμπεται από τη πυρόσφαιρα (CCPS, 2000).

6.2.4.4.5 Φωτιά λίμνης

'Οταν ένα εύφλεκτο υγρό διαρρέει στο έδαφος σχηματίζει λίμνη, η οποία μπορεί να αναφλέγει παρουσία κατάλληλης πηγής ανάφλεξης και να εξελιχθεί ή σε περιορισμένη (εάν συμβαίνει σε περιορισμένο χώρο) ή μη περιορισμένη (εάν συμβαίνει σε ανοικτό χώρο) φωτιά λίμνης. Ο περιορισμός στην επέκταση της λίμνης μπορεί να συνίσταται σε τάφρους που έχουν δημιουργηθεί στη περιφέρεια δοχείων με εύφλεκτες ουσίες ή στα τοιχώματα μιας αποθήκης. Αντίθετα, ένας ανοικτός υπαίθριος χώρος προδιαγράφει ανεξέλεγκτη επέκταση της λίμνης, έως ότου σταματήσει η διαρροή. Είναι προφανές ότι τότε το υγρό μπορεί να πλησιάσει ή και να φτάσει σε άλλα τμήματα της εγκατάστασης, προκαλώντας νέα ατυχήματα (αλυσωτό φαινόμενο) και εκτεταμένες ζημιές. Όπως κατά τη διασπορά, έτσι και κατά τη διάρκεια πυρκαγιάς, παίζει σημαντικό ρόλο η διεύθυνση του ανέμου, ο οποίος παρασύρει τις φλόγες αυξάνοντας το μήκος τους προς ένα συγκεκριμένο προσανατολισμό.

Οι κύριοι κίνδυνοι που ανακύπτουν στις περιπτώσεις φωτιάς είναι η_ θερμική ακτινοβολία και η πρόκληση αλυσωτών ατυχημάτων, λόγω μεταφοράς υψηλών ποσοτήτων θερμικής ενέργειας στα υπόλοιπα τμήματα της εγκατάστασης (αποθηκευτικά δοχεία, αντιδραστήρες). Γενικότερα, όταν εξετάζεται η περίπτωση πυρκαγιάς, πρέπει να διερευνάται το ενδεχόμενο παραγωγής και διασποράς τοξικών χημικών ουσιών (όπως π.χ. η παραγωγή υδροχλωρίου κατά τη καύση αιθυλοχλωριδίου, το οποίο υγροποιείται σε θερμοκρασίες χαμηλότερες των 12 °C). Ιδιάζουσα περίπτωση αποτελεί η περίπτωση πυρκαγιάς φυτοφαρμάκων, όπου εκτός από τη θερμική ακτινοβολία και τα τοξικά προϊόντα που παράγονται, πρέπει να μελετάται η συμπαράσυρση και διασπορά άκαυστου φυτοφαρμάκου (σκόνης ή σταγονιδίων). Οι ποσότητες σκόνης που παρασύρονται από τα αέρια της καύσης, μπορούν να φτάσουν έως και το 10% της συνολικής ποσότητας του φυτοφαρμάκου που καίγεται.

Κατάλληλα υπολογιστικά εργαλεία για την εκτίμηση των επιπέδων θερμικής ισχύος, που αναπτύσσονται σε συγκεκριμένες αποστάσεις από περιορισμένες ή μη φωτιές, είναι τα ομώνυμα μοντέλα CONFINED POOL FIRE και UNCONFINED POOL FIRE, αντιστοίχως. Απαραίτητο δεδομένο για τα μοντέλα αυτά είναι η θερμότητα καύσης της ουσίας, η οποία εάν δεν είναι διαθέσιμη στη βιβλιογραφία μπορεί να υπολογιστεί από κώδικες όπως ο CHETAH.

'Οταν πρόκειται να συνεκτιμηθούν οι διασπορές τοξικών προϊόντων που ενδεχομένως παράγονται κατά τη καύση (π.χ. σενάριο καύσης φυτοφαρμάκου), χρησιμοποιείται κάποιο μοντέλο διασποράς όπως το DEGADIS+. Βέβαια, εκτός από το είδος των τοξικών προϊόντων, πρέπει να είναι γνωστός ο ρυθμός καύσης της ουσίας και η ποσότητα του προϊόντος που παράγεται ανά μονάδα μάζας αυτής. Ειδικά για τα φυτοφάρμακα, σχετικά δεδομένα βρίσκονται στη βιβλιογραφία.

6.2.4.5 Εμπλεκόμενοι φορείς σε περιπτώσεις Β AM Ε

Οι υποχρεώσεις για την προετοιμασία και λήψη μέτρων αναφέρονται στον επιχειρηματία και τις αρχές, όπως διαγραμματικά παρουσιάζεται στο Σχ. 6.5.

Ο βιομήχανος έχει υποχρέωση να ενημερώσει τις αρχές για τους υφιστάμενους κινδύνους ατυχημάτων μεγάλης έκτασης, να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα ασφάλειας, να πληροφορεί, εκπαιδεύει και εξοπλίζει τα άτομα που εργάζονται στον τόπο της εγκατάστασης. Στα πλαίσια αυτά υποβάλλει στις αρμόδιες αρχές περιγραφή των εγκαταστάσεων και των συνθηκών λειτουργίας, τις πηγές κινδύνου και τα μέσα που διατίθενται. Υποβάλλει το σχέδιο που έχει καταρτίσει για αντιμετώπιση ατυχημάτων μεγάλης έκτασης (ΣΑΤΑΜΕ) (emergency response planning for major accidents), καθώς και τα ονόματα των υπεύθυνων στελεχών, τεχνικού διευθυντή και τεχνικού ασφάλειας.

Οι Αρχές παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην οργάνωση και ετοιμότητα αντιμετώπισης ατυχημάτων μεγάλης έκτασης.

Άμεση επαφή με τη βιομηχανία έχει το Υπουργείο Ανάπτυξης (πρώην Υπουργείο Βιομηχανίας), ενώ τον όλο συντονισμό αναλαμβάνει το ΥΠΕΧΩΔΕ. Πιο συγκεκριμένα, το ΥΠΕΧΩΔΕ συγκροτεί Συντονιστικό Διυπουργικό Όργανο (ΣΔΟ) με συμμετοχή των Υπουργείων Εσωτερικών, Γεωργίας, Υγείας, Εργασίας και Ανάπτυξης. Το ΣΔΟ εγκρίνει τα σχέδια που ετοιμάζονται από τα προαναφερθέντα υπουργεία.

Οι κατά τόπους Νομαρχίες αναλαμβάνουν την πληροφόρηση και προετοιμασία του κοινού, καθώς και τη διενέργεια ασκήσεων ετοιμότητας.

Το ΥΠΕΧΩΔΕ συντονίζει ακόμη τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με κτηθείσες εμπειρίες στον τομέα της πρόληψης ατυχημάτων μεγάλης έκτασης και αποτελεί το σύνδεσμο με την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τόσο για τη λήψη πληροφοριών, όσο και την κοινοποίηση εκθέσεων και στοιχείων από σχετικά ατυχήματα.

Για την εφαρμογή του εξωτερικού σχεδίου έκτακτης ανάγκης, αρμόδια είναι η Υπηρεσία Πολιτικής Προστασίας (ΥΠΠ) της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης. Σε περίπτωση που οι δυνατότητες της Υπηρεσίας αυτής δεν επαρκούν για την καταστολή του ατυχήματος, αρμόδια για την εφαρμογή του εξωτερικού σχεδίου έκτακτης ανάγκης είναι η Υπηρεσία Πολιτικής Προστασίας της οικείας Περιφέρειας. Εάν η έκταση και οι επιπτώσεις του ατυχήματος είναι ανεξέλεγκτες, η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας αξιολογεί, αν το αρμόδιο όργανο αντιμετώπισης του θα είναι το Συντονιστικό Νομαρχιακό Όργανο (ΣΝΟ) ή το Συντονιστικό Διυπουργικό Όργανο (ΣΔΟ).

Αυτό που χρειάζεται να γίνει είναι η δραστηριοποίηση του κρατικού μηχανισμού στις απαιτήσεις του Νόμου, ώστε αφ' ενός μεν να απαιτήσει και να έχει τη συμμετοχή του βιομηχάνου με όλες τις υποχρεώσεις του και αφετέρου δε να υπάρξει η ετοιμότητα των αρχών για την αντιμετώπιση σοβαρών καταστάσεων.

 

 

 
© 2004 Fire Security |  Privacy Policy  | IΩΝΙΑΣ & ΝΙΚΑΣ ΧΑΜΟΜΗΛΟΣ ΑΧΑΡΝΑΙ Τ.Κ. 13671 2461971-2401083-2464823