ΠΡΟΦΙΛ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ  | ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ |  ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ - ISO |  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ  |  LINKS |  ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

 
 
Βιβλιοθήκη
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
ΠΥΡΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ
ΔΟΧΕΙΩΝ
ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΡΑ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
ΔΟΚΙΜΕΣ ΚΑΤΑΣΒΕΣΤΙΚΗΣ
ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΡΩΝ
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΡΑΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΠΥΡΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΥΡΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΤΙΡΙΩΝ
ΑΥΤΟΜΑΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑΣΒΕΣΗΣ
ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΥΡΑΝΙΧΝΕΥΣΗΣ



ΔΕΞΑΜΕΝΕΣ ΚΑΥΣΙΜΩΝ


1. Κατηγορίες καυσίμων

Τα υγρά καύσιμα που συναντάμε τις περισσότερες φορές στην πράξη είναι οι βενζίνες (με σημείο ανάφλεξης < 40°C), το πετρέλαιο ντήζελ (με σημείο ανάφλεξης 55°C ελαχ.) κα τα μαζούτ (με σημείο ανάφλεξης 66°0ελάχ.).
Υπενθυμίζεται ότι σημείο ανάφλεξης (flash point) ενός καυσίμου είναι η θερμοκρασία στην οποία πρέπει να θερμανθεί το καύσιμο, ώστε να δώσει ατμούς αρκετούς για να αναφλέγουν με την δημιουργία σπινθήρα ή την προσέγγιση φλόγας.
Με βάση την θερμοκρασία αυτή τα υγρά καύσιμα κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες:


• Κατηγορία Ι (υγρά)
Περιλαμβάνει τα εύφλεκτα υγρά με σημείο ανάφλεξης (Σ.Α.) < 37,8°C. Η κατηγορία αυτή υποδιαίρείται στις ομάδες ΙΑ (για υγρά με Σ.Α. < 22,8°C και θερμοκρασία βρασμού Θ.Β. < 37,8°C), IB (για υγρά με Σ.Α. <22,8°C και Θ.Β. 5* 37,8°C) και 1C (για υγρά με 22,8°C =s Σ.Α. < 37,8°C). Οι βενζίνες κατατάσσονται στην κατηγορία IB.


• Κατηγορία II (καύσιμα υγρά)
Περιλαμβάνει τα καύσιμα που έχουν 37,8°C < Σ.Α. < 60°C. Στην κατηγορία αυτή κατατάσσονται το πετρέλαιο ντήζελ και το καύσιμο αεροπορίας jet fuel που έχέιΣ.Α.40,5°
C ελάχ.


• Κατηγορία III (καύσιμα υγρά)
Περιλαμβάνει τα καύσιμα με Σ.Α.
> 60°C και υποδιαιρείται στις ομάδες III A (για καύσιμα με 60°C «= Σ.Α. < 93,4°C) και III Β (για καύσιμα με Σ.Α. > 93,4°C). Τα μαζούτ κατατάσσονται στην κατηγορία III A.

2. Είδη δεξαμενών

Οι δεξαμενές καυσίμων χωρίζονται στις παρακάτω κατηγορίες:


• Σταθερές δεξαμενές
Είναι οι δεξαμενές των εγκαταστάσεων και διακρίνονται σε:
• Μεγάλες δεξαμενές
• Μικρές δεξαμενές


Μεγάλες δεξαμενές
θεωρούνται: συνήθως εκείνες που έχουν χωρητικότητα μεγαλύτερη από 50 m3 και είναι πάντα υπέργειες.
Παλαιότερα οι δεξαμενές αυτές είχαν μόνιμη κωνική σκεπή, η οποία στην συνέχεια - για τον περιορισμό των απωλειών λόγω εξατμίσεων - αντικαταστάθηκε από την επιπλέουσα. Σήμερα χρησιμοποιούνται συνήθως δεξαμενές με μόνιμη κωνική σκεπή και επιπλέοντα καλύμματα. Με τα καλύμματα αυτά δεν υπάρχουν ατμοί καυσίμου στον κενό χώρο μεταξύ της κωνικής σκεπής και της επιφάνειας του καυσίμου, οπότε περιορίζονται αισθητά οι απώλειες λόγω εξατμίσεων, η ρύπανση του περιβάλλοντος και ο κίνδυνος της πυρκαγιάς.

Μικρές δεξαμενές
θεωρούνται εκείνες που χρησιμοποιούνται στα πρατήρια καυσίμων, στα συστήματα κεντρικής θέρμανσης, στα εργοτάξια και στις βιομηχανίες. Οι δεξαμενές αυτές είναι ορθογώνιες ή κυλινδρικές. Οι πρώτες παρουσιάζουν εύκολα διαρροές στις ραφές, αλλά είναι πιο φθηνές από τις κυλινδρικές όταν έχουν μικρές διαστάσεις (0,5 - 3m3 περίπου). Εκτός από τις δεξαμενές στα πρατήρια καυσίμων που είναι πάντοτε υπόγειες, μπορούμε να πούμε ότι συνήθως το ντήζελ και τα μαζούτ αποθηκεύονται σε υπέργειες δεξαμενές, ενώ οι βενζίνες σε υπόγειες.

• Κινητές δεξαμενές
Στην κατηγορία αυτή ανήκουν όλες οι δεξαμενές που χρησιμεύουν για την μεταφορά του καυσίμου (βαρέλια, δοχεία, βυτιοφόρο οχήματα, ρεζερβουάρ αυτοκινήτων κ.λπ.).


3. Προληπτικά μέτρα πυροπροστασίας

Τα προληπτικά μέτρα πυροπροστασίας αφορούν την κατασκευή - τοποθέτηση, την λειτουργία και την συντήρηση - επισκευή των δεξαμενών καυσίμων.

• Κατασκευή - τοποθέτηση

Τα σπουδαιότερα προληπτικά μέτρα πυροπροστασίας για την κατασκευή -τοποθέτηση των δεξαμενών είναι τα ακόλουθα:

• Κατασκευή αναχώματος με αυλάκια στις υπέργειες δεξαμενές
Το ανάχωμα πρέπει να έχει χωρητικότητα ίση με αυτή της δεξαμενής, ώστε να μπορέσει να συμπεριλάβει το σύνολο του καυσίμου - ακόμη και όταν η δεξαμενή είναι γεμάτη - σε περίπτωση διαρροής.
Αν έχουμε κοινό ανάχωμα για περισσότερες από μία δεξαμενές, η χωρητικότητα του θα πρέπει να είναι ίση με αυτή της μεγαλύτερης δεξαμενής. Στις δεξαμενές πετρελαίου κεντρικής θέρμανσης πρέπει να κατασκευαστεί μια τσιμεντένια λεκάνη κάτω από την δεξαμενή, έτσι ώστε να είναι δυνατή η συλλογή του πετρελαίου σε πιθανή διαρροή.

• Προστασία από την διάβρωση
Πραγματοποιείται με την βαφή της δεξαμενής ή την καθοδική προστασία. Η δεξαμενή βάφεται εξωτερικώς με δύο στρώματα εποξειδικού χρώματος, ενώ εσωτερικώς είναι αρκετό το βάψιμο του πυθμένα και του περιβλήματος μέχρι το ύψος που μπορεί να φθάσει το νερό που υπάρχει στον πυθμένα της δεξαμενής (1 m περίπου). Οι υπόγειες δεξαμενές τοποθετούνται σε τσιμεντένιες θήκες και ο κενός χώρος γεμίζεται με γαρμπίλι ή άμμο.
• Ελάχιστο πάχος λαμαρίνας
Το πάχος της λαμαρίνας μιας δεξαμενής πρέπει να είναι μεγαλύτερο από μια ελάχιστη επιτρεπόμενη τιμή, που υπολογίζεται (NATIONAL FIRE CODES) σε συνάρτηση με τις διαστάσεις (διάμετρος, ύψος) της δεξαμενής και το ειδικό βάρος του καυσίμου που πρόκειται να αποθηκευτεί σ'αυτήν.

•Εξαεριστικά

Η ανύψωση της θερμοκρασίας ή η εισαγωγή καυσίμου σε μια δεξαμενή, μπορεί να προκαλέσει σημαντική αύξηση της πίεσης στο εσωτερικό της με αποτέλεσμα την διάρρηξη της δεξαμενής. Αντίθετα η μείωση της θερμοκρασίας ή η εξαγωγή καυσίμου από την δεξαμενή, μπορεί να προκαλέσει σημαντική υποπίεση στο εσωτερικό της με αποτέλεσμα την συρρίκνωση της δεξαμενής. Η εξουδετέρωση του φαινομένου της υπερπίεσης ή υποπίεσης στο εσωτερικό μιας δεξαμενής, επιτυγχάνεται με ειδικές διατάξεις που ονομάζονται εξαεριστικά.
Στις υπόγειες δεξαμενές των πρατηρίων καυσίμων το εξαεριστικό είναι σωλήνας διαμέτρου 1 1/4in, που αρχίζει από το πάνω μέρος της δεξαμενής και βγαίνει στην επιφάνεια - σε απομακρυσμένο σημείο και όχι φυσικά κοντά σε πιθανή εστία φωτιάς - σε ύψος 2 - 3 m. Στο άνοιγμα του σωλήνα τοποθετείται καπάκι με μεταλλικό πλέγμα, το οποίο επιτρέπει την ελεύθερη έξοδο των ατμών του καυσίμου για την ανακούφιση της δεξαμενής.
Τα δοχεία που χρησιμοποιούνται για την μεταφορά βενζίνης είναι εφοδιασμένα με εξαεριστικό κινδύνου, έτσι ώστε να εκτονώνονται οι παραγόμενοι ατμοί στην περίπτωση που βρεθούν εκτεθειμένα σε φωτιά, το οποίο όμως δεν ανοίγει όταν αναποδογυρίσουμε το δοχείο. Τα ρεζερβουάρ των αυτοκινήτων κατασκευάζονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε και αν γεμίσουν να υπάρχει αρκετός χώρος για τους ατμούς, ενώ παράλληλα διαθέτουν εξαεριστικό.
Επειδή τα βαρέλια δεν έχουν εξαεριστικό, πρέπει να μην γεμίζονται τελείως, να τοποθετούνται πλαγιασμένα ή ανάποδα (δηλαδή ο κενός χώρος να μην είναι κάτω από το πώμα) και να μην βρίσκονται σε χώρους (όταν περιέχουν βενζίνη) με μεγάλες ημερήσιες μεταβολές της θερμοκρασίας.
Στις υπέργειες δεξαμενές πετρελαίου ντήζελ (με Σ.Α > 55°C και χαμηλή πτητικότητα) και μαζούτ το εξαεριστικό είναι ένας κεκαμμένος σωλήνας, ο οποίος επιτρέπει την ανακούφιση της δεξαμενής ενώ συγχρόνως παρεμποδίζει την είσοδο της σκόνης και των νερών της βροχής στο εσωτερικό της. Στις υπέργειες δεξαμενές βενζίνης και Jet fuel το εξαεριστικό είναι συνήθως ένα σύστημα δύο βαλβίδων αντεπιστροφής. Η μία από τις βαλβίδες αυτές ανοίγει προς τα έξω όταν η πίεση ξεπεράσει την 1 in στήλης νερού (πάνω από την ατμοσφαιρική), ενώ η άλλη ανοίγει προς τα μέσα όταν η υποπίεση φθάσει την 1 in στήλης νερού. Αξίζει να σημειωθεί ότι για υπερπίεση ή υποπίεση μικρότερη από 1 in στήλης νερού, οι βαλβίδες δεν ανοίγουν οπότε έχουμε περιορισμό των απωλειών του καυσίμου λόγω εξάτμισης.
Οι υπέργειες δεξαμενές εκτός από τα εξαεριστικά διαθέτουν και εξαερισμό κινδύνου. Η διάταξη αυτή είναι απαραίτητη όταν η δεξαμενή βρεθεί κοντά σε φωτιά, οπότε τα κανονικά εξαεριστικά δεν επαρκούν για την ανακούφιση της δεξαμενής από τους παραγόμενους ατμούς, λόγω της υπερβολικής αύξησης της θερμοκρασίας. Για το λόγο αυτό αποφεύγεται το βίδωμα των ανθρωποθυρίδων ή γίνεται ασθενέστερη η κόλληση της οροφής με τα πλευρικά τοιχώματα, οπότε η μεγάλη πίεση στο εσωτερικό της δεξαμενής μπορεί να προκαλέσει το πέταγμα των ανθρωποθυρίδων ή της οροφής. Το βασικό^μειονέκτημα των εξαεριστικών είναι οι σημαντικές απώλειες - ιδίως στην περίπτωση της βενζίνης -κατά την παραλαβή του καυσίμου και κατά την διάρκεια της ημέρας λόγω αύξησης της θερμοκρασίας.
Ο περιορισμός των απωλειών και της ρύπανσης της ατμόσφαιρας επιτυγχάνεται με τα επιπλέοντα καλύμματα , τα οποία εξασφαλίζουν την στεγανότητα με ένα αφρώδες πλαστικό (απρόσβλητο από τα καύσιμα) που γλύφει την εσωτερική επιφάνεια της δεξαμενής. Με τα καλύμματα αυτά δεν υπάρχουν ατμοί καυσίμων στον κενό χώρο της δεξαμενής, με αποτέλεσμα να μην προβλέπονται εξαεριστικά. Τέλος η μόνιμη κωνική σκεπή έχει γύρω - γύρω ανοίγματα, έτσι ώστε όταν το επιπλέον κάλυμμα ανεβοκατεβαίνει μαζί με την στάθμη του καυσίμου, δεν δημιουργούνται υπερπιέσεις ή υποπιέσεις μεταξύ σκεπής και καλύμματος.

• Λειτουργία

Τα σπουδαιότερα προληπτικά μέτρα πυροπροστασίας που πρέπει να λαμβάνουμε για την σωστή λειτουργία των δεξαμενών (παραλαβή -παράδοση καυσίμων), είναι τα ακόλουθα:
•Αποφυγή διαρροών
Απαιτείται συχνός και προσεκτικός έλεγχος σε όλα τα σημεία (αντλίες, σύνδεσμοι, δικλείδες κ.λπ.) που μπορούμε να έχουμε διαρροή καυσίμου. Όπως είναι φυσικό, ο έλεγχος είναι ευκολότερος στις υπέργειες δεξαμενές απ' ότι στις υπόγειες. Ένδειξη διαρροής για τις υπόγειες αποτελεί η παρουσία νερού ή η διαπίστωση ελλειμμάτων.
• Αποφυγή δημιουργίας σπινθήρων ή προσέγγισης φλόγας
Οι σπινθήρες μπορεί να δημιουργηθούν από κακή τήρηση των κανονισμών ασφάλειας (κάπνισμα κατά το γέμισμα ενός βυτιοφόρου, μιας δεξαμενής ή ενός ρεζερβουάρ αυτοκινήτου, χρήση σπίρτων κ.λπ.) ή από τον στατικό ηλεκτρισμό, που είναι ένα φαινόμενο το οποίο παρατηρείται κατά το γέμισμα ενός βυτιοφόρου ή μιας δεξαμενής.
Ο στατικός ηλεκτρισμός δημιουργείται κάθε φορά που δύο ανόμοια υλικά τρίβονται μεταξύ τους (καύσιμο και σωληνώσεις) και ένα από αυτά είναι κακός αγωγός του ηλεκτρισμού (καύσιμο). Τότε τα ηλεκτρικά φορτία που δημιουργούνται παραμένουν για ορισμένο χρόνο σαν στατικός ηλεκτρισμός. Κατά το γέμισμα λοιπόν ενός βυτιοφόρου ή μιας δεξαμενής, έχουμε θετική φόρτιση του καυσίμου και αρνητική των σωληνώσεων. Μόλις το καύσιμο εισέλθει στο χώρο αποθήκευσης, φορτίζει αρνητικά το εσωτερικό τοίχωμα του βυτιοφόρου ή της δεξαμενής και θετικά την εξωτερική επιφάνεια. Από την κατανομή των ηλεκτρικών φορτίων, εύκολα διαπιστώνουμε ότι μπορεί να δημιουργηθεί σπινθήρας μεταξύ του σωλήνα πλήρωσης και της εξωτερικής επιφάνειας του βυτιοφόρου ή της δεξαμενής, είτε μεταξύ του καυσίμου και της εσωτερικής επιφάνειας. Ο πρώτος κίνδυνος αποφεύγεται όταν οι δεξαμενές είναι γειωμένες και τα βυτιοφόρο γειώνονται ή γεφυρώνονται με τον σωλήνα πλήρωσης κατά το γέμισμα. Για τον δεύτερο κίνδυνο είμαστε υποχρεωμένοι να λάβουμε τα ακόλουθα μέτρα:
● Μειώνουμε στην αρχή την ταχύτητα της ροής (ειδικότερα στα πολύ καθαρά καύσιμα όπως το αεροπορικό Jet fuel) μέχρι να καλυφθεί το άκρο του σωλήνα πλήρωσης από το καύσιμο.
● Για να αποφύγουμε τον παφλασμό κατά το γέμισμα ενός βυτιοφόρου, βυθίζουμε το σωλήνα πλήρωσης μέχρι τον πυθμένα του.
● Αφαιρούμε τον σωλήνα πλήρωσης ένα λεπτό μετά το γέμισμα του βυτιοφόρου.
● Ανεβαίνουμε στις μεγάλες υπέργειες δεξαμενές για δειγματοληψία ή μέτρηση της θερμοκρασίας, μισή ώρα μετά το γέμισμα τους.
● Χρησιμοποιούμε θάλαμο ανακούφισης ή μεγαλώνουμε το μήκος και την διάμετρο του σωλήνα πλήρωσης από το φίλτρο μέχρι το στόμιο εκροής, έτσι ώστε να μείνει ο κατάλληλος χpόvoc (μέχρι 30 s για το Jet fuel) για την ανακούφιση (αποφόρτιση) του καυσίμου μετά την έξοδο από το φίλτρο, όπου παρατηρείται αύξηση των στατικών φορτίων λόγω πολλών τριβών.
Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι αν κατά την ροή ενός καυσίμου, η ταχύτητα σχηματισμού στατικών φορτίων είναι μεγαλύτερη από την ταχύτητα ανακούφισης (αποφόρτισης), έχουμε σοβαρή διαταραχή της ηλεκτρικής ισορροπίας.
Η αποκατάσταση της ισορροπίας πραγματοποιείται με την διάχυση των φορτίων (χρησιμοποίηση γείωσης) ή με την αλληλοεξουδετέρωσή τους (δημιουργία σπινθήρα). Ένας ακόμη σοβαρός κίνδυνος -για την δημιουργία σπινθήρων λόγω στατικού ηλεκτρισμού - μπορεί να προέλθει από την αλλαγή φορτίου σε ένα βυτιοφόρο, όταν το νέο καύσιμο έχει υψηλότερο σημείο ανάφλεξης από το προηγούμενο (φόρτωση πετρελαίου ντήζελ σε διαμέρισμα βυτιοφόρου που περιείχε βενζίνη). Στην περίπτωση αυτή ο σπινθήρας παράγεται μέσα σε αναφλέξιμο μίγμα καυσίμου -αέρα, το οποίο παράγεται επειδή το νέο καύσιμο απορροφάει ένα μέρος από τους ατμούς του προηγούμενου που αντικαθίστανται έτσι από αέρα.
Πρέπει λοιπόν πάντοτε, πριν από την αλλαγή φορτίου, να στραγγισθεί και να • εξαερωθεί σωστά το διαμέρισμα του βυτιοφόρου και στην συνέχεια να ακολουθήσει ο έλεγχος (με Gas Detector) για την διαπίστωση ύπαρξης ατμών σε όχι επιτρεπόμενη αναλογία. Τέλος ορισμένα προληπτικά ακόμη μέτρα είναι η διακοπή της λειτουργίας (παράδοση - παραλαβή καυσίμων) κατά την διάρκεια καταιγίδας, καθώς και η χρήση στεγανών κουτιών για τους ηλεκτρικούς διακόπτες, οπότε δεν μπορεί να μεταδοθεί η φλόγα έστω και αν δημιουργηθεί σπινθήρας.


• Συντήρηση - επισκευή

Πριν από οποιαδήποτε εργασία συντήρησης ή επισκευής, πρέπει οποσδήποτε να αδειάσει η δεξαμενή και να καθαρισθεί από τους ατμούς του καυσίμου. Στην συνέχεια ακολουθεί ο έλεγχος - ο οποίος επαναλαμβάνεται και κατά την διάρκεια των εργασιών - για την διαπίστωση ύπαρξης ατμών καυσίμου (σε όχι επιτρεπόμενη αναλογία) με Gas Detector, ενώ τέλος οι εργαζόμενοι στην δεξαμενή πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με αναπνευστικές συσκευές, ειδικές φόρμες; παπούτσια, γάντια κ.λπ.


4. Πυροσβεστικά μέσα


Σε κάθε εγκατάσταση δεξαμενών καυσίμων υπάρχουν τα κινητά μέσα πυρόσβεσης, (φορητοί και τροχήλατοι πυροσβεστήρες μηχανικού αφρού, διοξειδίου του άνθρακα και ξηρής σκόνης) και τα μόνιμα συστήματα πυρόσβεσης. Στις μεγάλες υπέργειες δεξαμενές πετρελαίου ντήζελ ή μαζούτ προβλέπεται μόνιμο πυροσβεστικό δίκτυο νερού, ενώ στις αντίστοιχες δεξαμενές βενζίνης και Jet fuel υπάρχει σύστημα μηχανικού αφρού (μόνιμο δίκτυο νερού με αφρογεννήτριες).

 


 

 
© 2004 Fire Security |  Privacy Policy  | IΩΝΙΑΣ & ΝΙΚΑΣ ΧΑΜΟΜΗΛΟΣ ΑΧΑΡΝΑΙ Τ.Κ. 13671 2461971-2401083-2464823