ΠΡΟΦΙΛ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ  | ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ |  ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ - ISO |  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ  |  LINKS |  ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

 
 
Βιβλιοθήκη
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
ΠΥΡΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ
ΔΟΧΕΙΩΝ
ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΡΑ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
ΔΟΚΙΜΕΣ ΚΑΤΑΣΒΕΣΤΙΚΗΣ
ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΡΩΝ
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΡΑΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΠΥΡΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΥΡΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΤΙΡΙΩΝ
ΑΥΤΟΜΑΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑΣΒΕΣΗΣ
ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΥΡΑΝΙΧΝΕΥΣΗΣ

 

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν εδώ και χρόνια δημιουργηθεί τα απαραίτητα νομικά πλαίσια για τη μεταφορά επικίνδυνων ουσιών με τα διάφορα μέσα μεταφοράς. Η εφαρμογή τους στη πράξη κρίνεται απαραίτητη για την αποφυγή ενδεχόμενων ατυχημάτων που μπορεί να προκαλέσει η φυσικοχημική συμπεριφορά των ουσιών αυτών (Εικ. Γ.1). Για την οδική (αλλά και σιδηροδρομική μεταφορά) θεσπίστηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση η οδηγία 94/55 ή συνθήκη ADR (21ης Νοεμβρίου 1994) με σκοπό να συμβάλει ουσιαστικά στην ασφαλή διακίνηση επικίνδυνων φορτίων. Η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 94/55/ΕΟΚ διέπεται από το Π.Δ. 104/99 (ΦΕΚ ΑΙ 13/99). Οι διατάξεις αυτού του Π.Δ. εφαρμόζονται στις οδικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων οι οποίες εκτελούνται στο εσωτερικό της χώρας ή μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε.

Η συνθήκη ADR έρχεται να συμπληρώσει την οδηγία SEVESO Π, από την οποία εξαιρούνται οι διαδικασίες μεταφοράς επικίνδυνων ουσιών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων της φόρτωσης, εκφόρτωσης και μεταφόρτωσης. Περιλαμβάνει 17 άρθρα, που καθορίζουν το πεδίο εφαρμογής της, καθώς και τις υποχρεώσεις των κρατών που την αποδέχονται και υπογράφουν την εφαρμογή της. Επιπλέον σε δυο παραρτήματα αφενός αναλύονται θέματα που αφορούν τις επικίνδυνες ουσίες (ονοματολογίες, ορισμοί, ταξινόμηση, συσκευασίες, σήμανση) και αφετέρου θέματα που αφορούν τη μεταφορά τους (συνοδευτικά έγγραφα, εξοπλισμός και σήμανση οχημάτων, εκπαίδευση οδηγών κ.ά.).

Η ταξινόμηση των επικίνδυνων ουσιών στα πλαίσια εφαρμογής της οδηγίας είναι ουσιαστικής σημασίας, αφού αποτελεί ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο σε συνδυασμό με τη σήμανση στη συσκευασία τους και κατ' επέκταση στο μεταφορικό μέσο, έτσι ώστε όλοι οι αρμόδιοι φορείς (μεταφορική εταιρία, οδηγοί, αστυνομία, πυροσβεστική κ.ά.) να μπορούν γρήγορα να τις αναγνωρίζουν και να τις μεταχειρίζονται με την ανάλογη προσοχή, είτε υπό κανονικές καταστάσεις μεταφοράς, είτε υπό καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Ανάλογα λοιπόν, με τις ιδιότητες τους τα επικίνδυνα υλικά χωρίζονται σε εννέα κλάσεις (Πιν. Γ.1).

Εικόνα Γ. ϊ: Αθήνα, Πατήσια (2001). Ένας νεκρός και τρεις τραυματίες είναι ο απολογισμός της φωτιάς που εκδηλώθηκε, σε πρατήριο υγρών καυσίμων. Ο νεκρός, βρέθηκε ανάμεσα σε ένα βυτιοφόρο και στον τοίχο του πλυντηρίου. Η φωτιά εκδηλώθηκε κατά την ώρα μετάγγισης υγρών καυσίμων από το βυτιοφόρο. Η φωτιά προκλήθηκε μάλλον, από βραχυκύκλωμα, σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, και επεκτάθηκε γρήγορα παίρνοντας τεράστιες διαστάσεις. Στον τόπο της φωτιάς έσπευσαν 40 οχήματα της Πυροσβεστικής με δύο οχήματα που μετέφεραν ειδικό αφρό για την επιβράδυνση της φωτιάς.

Κριτήριο για την ένταξη ενός υλικού  σε κάποια κλάση είναι οι επικίνδυνες ιδιότητες τις οποίες κατέχει. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι οι κλάσεις ταξινόμησης δεν έχουν καμία σχέση με το βαθμό επικινδυνότητας των ουσιών που συμπεριλαμβάνονται σε αυτές. Για παράδειγμα, μια ουσία της κλάσης 1 δεν θεωρείται λιγότερο ή περισσότερο επικίνδυνη από μια ουσία της κλάσης 3, διαφέρει όμως η φύση τον κίνδυνου που παρουσιάζουν.

Γενικά, όλες οι ουσίες που εντάσσονται στην οδηγία είναι επικίνδυνες και πρέπει να χειρίζονται με προσοχή. Οι επικίνδυνες ύλες της κάθε κλάσης κατατάσσονται σε είδη (Ιο, 2ο, 3ο κ.λπ.) και οι ύλες του κάθε είδους χωρίζονται, ανάλογα με το βαθμό επικινδυνότητας τους, σε τρεις κατηγορίες:

Ι) Την κατηγορία (a) που περιλαμβάνει τις πολύ επικίνδυνες ουσίες.

Π) Την κατηγορία (b) που περιλαμβάνει τις επικίνδυνες ουσίες.

III) Την κατηγορία (c) που περιλαμβάνει τις λιγότερο επικίνδυνες ουσίες.

Πίνακας Γ. Ι: Ταξινόμηση επικίνδυνων υλικών σε κλάσεις

Κλάση 1 Εκρηκτικές ύλες και προϊόντα τους (π.χ. πυρομαχικά)
Κλάση 2.1 Εύφλεκτα υλικά (πεπιεσμένα, υγροποιημένα, ή διαλυμένα υπό πίεση), όπως το υγραέριο (LPG)
Κλάση 2.2 Μη εύφλεκτα και συγχρόνως; μη τοξικά αέρια (π.χ. ευγενή αέρια)
Κλάση 2.3 Τοξικά αέρια (π.χ. χλώριο )
Κλάση 3 Εύφλεκτα υγρά (π.χ. πετρέλαιο)
Κλάση 4.1 Εύφλεκτα στερεά (π.χ. θειάφι)
Κλάση 4.2 Στερεά ή υγρά που μπορούν να υποστούν αυθόρμητη ανάφλεξη (π.χ. φωσφόρος)
Κλάση 4.3 Ύλες που εκλύουν εύφλεκτα αέρια σε επαφή με τα νερό (π.χ. καρβίδιο του ασβεστίου)
Κλάση 5.1 Οξειδωτικές ύλες (π.χ. νιτρικά άλατα)
Κλάση 5.2 Οργανικά υπεροξείδια (π.χ. υπεροξείδιο υδρογόνου)
Κλάση 6.1 Τοξικές ύλες (υδροκυάνιο και άλατα αυτού)
Κλάση 6.2 Μολυσματικές ουσίες (π.χ. απόβλητα νοσοκομείων)
Κλάση? Ραδιενεργές ύλες
Κλάση 8 Διαβρωτικές ύλες (π.χ. θειικό οξύ)
Κλάση 9 Διάφορες επικίνδυνες Ύλες και είδη που δεν ανήκουν στις παραπάνω κατηγορίες

Για τη διακίνηση φιαλών πεπιεσμένοι αερίων ειδικότερα, πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στα εξής σημεία:

• Όλα τα φορτηγά μεταφοράς φιαλών πρέπει να είναι εξοπλισμένα με χαλύβδινο θώρακα προστασίας τοποθετημένο με τέτοιο τρόπο που να διαχωρίζει τον κινητήρα και την καμπίνα από την πλατφόρμα φόρτωσης των φιαλών.

Ένα πρόγραμμα προληπτικής συντήρησης αποτρέπει ζημιές και οδικά ατυχήματα που μπορεί να είναι αποτέλεσμα δυσλειτουργιών ή βλαβών του οχήματος.

• Ακραίες καιρικές συνθήκες και επιπρόσθετες οδικές δυσκολίες πρέπει πάντοτε να λαμβάνονται σοβαρά υπό όψιν. όταν φορτώνεται και δρομολογείται ένα φορτηγό διανομής φιαλών.

Η υπερφόρτωση οχήματος μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα πολλών ειδών ατυχήματα (π.χ. λόγω αστάθειας). Η πρακτική υπερφόρτωσης οχημάτων δεν είναι αποδεκτή.

Ο πυροσβεστικός εξοπλισμός και η καλή γνώση της χρήσης του, είναι κρίσιμη στη μείωση των συνεπειών σε ατυχήματα με φωτιά.

Ο νέος θεσμός που εδραιώνεται με την οδηγία ADR, είναι αυτός του Συμβούλου Ασφαλούς Μεταφοράς Επικίνδυνων Εμπορευμάτων (ΣΑΜΕΕ). Η οδηγία ADR υποχρεώνει τις εταιρίες που οι δραστηριότητες τους περιλαμβάνουν οδική, σιδηροδρομική μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων, ή ενέργειες φόρτωσης -εκφόρτωσης που συνδέονται με τις μεταφορές αυτές, να απασχολούν μηχανικούς με τη συγκεκριμένη ειδίκευση, προκειμένου να διασφαλίζεται κατά το δυνατόν το σύστημα διακίνησης των μεταφερόμενων υλικών από πλευράς κινδύνων. Ο Σύμ-βουλος Ασφαλούς Μεταφοράς Επικίνδυνων Εμπορευμάτων είναι επιφορτισμένος με την πρόληψη των κινδύνων που ενέχουν οι δραστηριότητες φόρτωσης - μεταφοράς - εκφόρτωσης των εμπορευμάτων που χαρακτηρίζονται ως επικίνδυνα για το ευρύτερο κοινό ή το περιβάλλον, και συγκεκριμένα:

>· Εξετάζει τη τήρηση των κανόνων Μεταφοράς Επικίνδυνων Εμπορευμάτων (ΜΕΕ).

> Συμβουλεύει την επιχείρηση κατά τις εργασίες ΜΕΕ.

> Μεριμνά για την υποβολή στοιχείων στις αρχές. >· Ελέγχει κρίσιμες διαδικασίες και πρακτικές κατά τη ΜΕΕ. Η ασφαλής μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων, προϋποθέτει:

1. Επισήμανση των επικίνδυνων εμπορευμάτων (Εικ. Γ.2 και Σχ. Γ.1, αντίστοιχα).

2. Αναγνώριση κινδύνων & Αντιμετώπιση (ανάγκες εξοπλισμού).

3. Επιθεώρηση εξοπλισμού διακίνησης.

4. Κατάρτιση προσωπικού.

5. Διαδικασίες αντιμετώπισης έκτακτων περιστατικών.

6. Ανάλυση ατυχημάτων ή παρεκκλίσεων από κανόνες.

7. Λήψη διορθωτικών μέτρων όπου κρίνεται απαραίτητο.

8. Έλεγχος ύπαρξης, χρήσης και επάρκειας Οδηγιών εργασίας ΜΕΕ.

9. Ευαισθητοποίηση προσωπικού.

10. Εφαρμογή επιθεωρήσεων και ελέγχων στα μέσα μεταφοράς.

11. Εφαρμογή ελέγχων και επιθεωρήσεων στις εγκαταστάσεις φόρτωσης εκφόρτωσης.

Ο καθορισμός της επικινδυνότητας ενός φορτίου γίνεται με το διψήφιο αριθμό που αναγράφεται στην πινακίδα αναγνώρισης (Εικ. Γ.2). Το πρώτο ψηφίο υποδηλώνει την ομάδα επικινδυνότητας στην οποία ανήκει το μεταφερόμενο υλικό κατά αντιστοιχία με τον Πιν. Γ.1, ενώ το δεύτερο χαρακτηρίζει το βαθμό επικινδυνότητας της συγκεκριμένης ιδιότητας του υλικού. Έτσι, στον αριθμό 30, το πρώτο ψηφίο κατατάσσει το υλικό στην κατηγορία των εύφλεκτων υγρών, ενώ το δεύτερο στη κατηγορία μέσης έως χαμηλής ευφλεκτότητας (σημείο ανάφλεξης μεταξύ 23 και 61 °C). Αντίθετα, στον αριθμό 33, το πρώτο ψηφίο κατατάσσει το υλικό στην κατηγορία των εύφλεκτων υγρών, ενώ το δεύτερο στη κατηγορία υψηλής ευφλεκτότητας (σημείο ανάφλεξης χαμηλότερο από 23 °C).

Το δεύτερο ψηφίο είναι συνήθως είτε ίδιο με το πρώτο για να τονίσει τον αυξημένο κίνδυνο, είτε "μηδέν" για να δηλώσει ότι ο κίνδυνος δεν είναι αυξημένος. Εάν είναι διαφορετικό, τότε δηλώνει μία επιπλέον επικίνδυνη ιδιότητα του υλικού (π.χ. 36: εύφλεκτο και τοξικό υγρό). Η διπλή πινακίδα, όπως αυτή που εμφανίζεται στην Εικ. Γ.2, χρησιμοποιείται όταν στο μέσο μεταφοράς (π.χ. ένα βυτίο), φορτώνονται περισσότερα του ενός υλικά, οπότε δημιουργείται η ανάγκη για ξεχωριστή επισήμανση.

Τα τετραψήφια νούμερα αποτελούν παγκοσμίως αναγνωρισμένους κωδικούς αριθμούς επικίνδυνων υλικών. Ο προσδιορισμός των μέτρων που πρέπει να ληφθούν για την ασφαλή μεταφορά ενός υλικού, γίνεται μέσω της Κοινοτικής Οδηγίας ADR ακριβώς με αυτόν τον αριθμό.

Εικόνα Γ.2: Πινακίδες αναγνώρισης του επικίνδυνου υλικού που μεταφέρεται (Διψήφιο νούμερο: Χαρακτηριστικός αριθμός κινδύνου, Τετραψήφιο νούμερο: Κωδικός αναγνώρισης του υλικού).

Σχήμα Γ. Ι: Ετικέτες κινδύνου για την επισήμανση επικίνδυνων υλικών κατά την οδική μεταφορά.

Η συνθήκη είναι ιδιαίτερα αναλυτική ακόμη και όσον αφορά στα έγγραφα που απαιτείται να συνοδεύουν κάθε φορτίο με επικίνδυνες ουσίες. Αυτό είναι σημαντικό, διότι τα έγγραφα αυτά ουσιαστικά αποδεικνύουν τη γνώση της επικινδυνότητας του φορτίου, είτε αυτή αφορά τη σχετική εκπαίδευση του οδηγού, είτε αφορά τον εξοπλισμό και τις προδιαγραφές του μεταφορικού μέσου.

Ένα σημαντικό έγγραφο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης είναι το «Δελτίο Ατυχημάτων». Πρόκειται για ένα συνοπτικό οδηγό πληροφοριών σχετικά με το μεταφερόμενο υλικό, τις ιδιότητες του, τις ενέργειες που πρέπει να γίνουν άμεσα σε περίπτωση ατυχήματος (π.χ. διαρροή ή φωτιά), καθώς και τα μέτρα πρώτων βοηθειών. Τέτοιες πληροφορίες μπορούν να αναζητηθούν στο Φύλλο Δεδομένων Ασφάλειας τον Υλικού (Material Safety Data Sheets ή MSDS).

Ένα επιπλέον ζήτημα αποτελεί και η μεταφορά μικρών φορτίων επικίνδυνων ουσιών. Ανάλογες μεταφορές λαμβάνουν χώρα συνήθως σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο και σε μικρές σχετικά αποστάσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα μέτρα ασφάλειας μπορούν να είναι χαλαρότερα αναλόγως του κινδύνου. Η συνθήκη προδιαγράφει επακριβώς και με λεπτομέρεια για κάθε υποκατηγορία ουσιών ποιες είναι οι μέγιστες ποσότητες ενός μικρού φορτίου και ποια μέτρα ή προδιαγραφές ασφάλειας είναι απαραίτητα. Το ίδιο ισχύει και για τις περιπτώσεις μεταφοράς μικρών φορτίων σε διεθνές επίπεδο.

Στη συνθήκη ADR καθορίζονται όλες οι ευθύνες των εμπλεκομένων μερών, όπως είναι ο αποστολέας, ο φορτωτής, ο μεταφορέας, ο κάτοχος του μεταφορικού μέσου, ο οδηγός και ο συνοδηγός και τέλος ο παραλήπτης. Με τον τρόπο αυτό, επιχειρείται η πιστή τήρηση των προδιαγραφών της συνθήκης εκ των έσω, δηλαδή από τα ίδια τα εμπλεκόμενα μέρη και όχι μόνο από τις αρμόδιες κρατικές αρχές.

Όσον αφορά στα μεταφορικά μέσα, η συνθήκη προδιαγράφει επίσης τα είδη των μέσων με τα οποία επιτρέπεται να μεταφερθεί κάθε ουσία. Οι προδιαγραφές δεν αρκούνται μόνο σε κάποια γενικά χαρακτηριστικά και τη σήμανση, αλλά προχωρούν και στη λεπτομερή ανάλυση του απαιτούμενου εξοπλισμού των μεταφορικών μέσων, του τρόπου φόρτωσης και εκφόρτωσης, και του εξοπλισμού έκτακτης ανάγκης. Όσον αφορά τη φόρτωση και τη μεταφορά υπάρχει και ιδιαίτερο κεφάλαιο για την παράλληλη μεταφορά επικίνδυνων ουσιών στο ίδιο μεταφορικό μέσο. Ο λόγος είναι ότι υπάρχουν επικίνδυνες ουσίες, οι οποίες αν μεταφέρονται μαζί και σε συνδυασμό με κάποιο ατύχημα μπορούν να δημιουργήσουν μεγαλύτερους κινδύνους, από ότι η χωριστή μεταφορά τους στην περίπτωση του ίδιου ατυχήματος.

Σχετικά με τους οδηγούς και συνοδηγούς των μεταφορικών μέσων η συνθήκη απαιτεί και προδιαγράφει την κατάλληλη εκπαίδευση τους προκειμένου να μεταφέρουν με ασφάλεια τα επικίνδυνα φορτία. Οι ευθύνες τους είναι από τις πλέον σημαντικές, διότι κατά τη μεταφορά καλούνται να τηρήσουν όχι μόνο τη συγκεκριμένη συνθήκη, αλλά και πλειάδα άλλων νομικών ρυθμίσεων του αστικού και ποινικού κώδικα των κρατών από τα οποία διέρχονται. Η συνθήκη είναι τόσο αυστηρή στο σημείο αυτό, ώστε προδιαγράφει ακόμη και τη συμπεριφορά του οδηγού και του συνοδηγού σε κατάσταση κανονικής μεταφοράς, σε περίπτωση ατυχήματος και σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.

Ο ρόλος του Συμβούλου Ασφαλούς Μεταφοράς Επικίνδυνων Εμπορευμάτων αναμένεται να είναι καθοριστικός τα επόμενα χρόνια, όχι μόνο λόγω της επιβολής της οδηγίας ADR, αλλά και του αδιεξόδου στο οποίο δείχνει να οδηγεί η αμέλεια κινδύνων που σχετίζονται με τη μεταφορά αγαθών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η έκρηξη βυτιοφόρου που μετέφερε προπάνιο στα Καμένα Βούρλα το 1999 με 5 νεκρούς και το ατύχημα στα Τέμπη το 2003 κατά τη μεταφορά μοριοσανίδων (Νοβοπάν) με 21 νεκρούς. Πριν νέα λάθη και παραβλέψεις οδηγήσουν σε νέα τραγικά περιστατικά, χρειάζεται να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή όχι μόνο στην ασφάλεια των διαδικασιών παραγωγής και διαχείρισης υλικών, αλλά και στην ασφαλή μεταφορά τους.

 

 

 
© 2009 Fire Security |  Privacy Policy  | IΩΝΙΑΣ & ΝΙΚΑΣ ΧΑΜΟΜΗΛΟΣ ΑΧΑΡΝΑΙ Τ.Κ. 13671, 210 2441413 - 210 2401083